«Αρχίζει να τα χάνει», σχολίασε η νεαρή φοιτήτρια, η Γεωργία, αναφερόμενη στον παππού της· «τις προάλλες μάς έλεγε πως, όταν ήταν 23 χρονών, είχε μόνιμη δουλειά και με τα χρήματα που έβγαζε ζούσε την οικογένειά του».
Χαμογέλασα μελαγχολικά μόλις μου αφηγήθηκε την ιστορία ο συνάδελφός μου. Σε όποιον το μετέφερα είχε παρόμοια αντίδραση. Η εποχή που ένας άνθρωπος στα 23 του χρόνια μπορούσε να έχει εργασία ικανή να συντηρεί οικογένεια και να μεγαλώνει παιδιά, όχι απλώς φαντάζει μακρινή, αλλά συνιστά κάτι διανοητικά ασύλληπτο.

Περιέργως, ενώ τα τελευταία 40-50 χρόνια η ζωή βελτιώθηκε ριζικά, οι συνθήκες για τους νέους χειροτέρεψαν ή, σωστότερα, βελτιώθηκαν συγκριτικά λιγότερο. Αυτό εκ πρώτης όψεως δείχνει αντιφατικό, όμως διαπιστώνεται καθημερινώς.

Για την ακρίβεια, στις μέρες μας παρατηρείται το αντίθετο από αυτό που συνέβη μετά τον Πόλεμο και μέχρι τη δεκαετία του ’80. Τότε, ήταν οι νέοι που, κατά κύριο λόγο, επωφελήθηκαν της μεταπολεμικής ανάπτυξης και προόδου.

Η μαζικοποίηση της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δημιούργησε μια μορφωτική έκρηξη, που είχε θετικό αντίκτυπο στην απασχόληση, στις κοινωνικές ανισότητες, στις έμφυλες σχέσεις. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς για την «αστικοποίηση». Πολλοί νέοι έφυγαν από τα χωριά τους και σώθηκαν από τη σκληρή, πληκτική και περιορισμένων οριζόντων ζωή στην επαρχία. Οι γυναίκες, ιδιαίτερα, απέδρασαν από ένα συντηρητικό περιβάλλον. Σπούδασαν, βρήκαν δουλειά, έκαναν καριέρα, δεν γύρισαν ποτέ πίσω στη ζεστή, πλην όμως καταπιεστική, αγκαλιά της οικογένειάς τους. Διέφυγαν τον στενό έλεγχο της πατριαρχίας. Γλίτωσαν!
Χάρη στην εκπαίδευση και στην αστικοποίηση, άλλαξαν ριζικά οι ορίζοντες μιας ολόκληρης γενιάς. Στις μέρες μας, δυστυχώς, η εκπαίδευση ως μοχλός κοινωνικής κινητικότητας και αξιοποίησης του ταλέντου των ανθρώπων έχει χάσει τη δυναμική της.

Τη δεκαετία του 1970 ή του 1980, αν κάποιος τελείωνε το πανεπιστήμιο, πόσο μάλλον εάν είχε μεταπτυχιακούς ή και διδακτορικούς τίτλους, σήμαινε καλύτερες προοπτικές. Σήμερα, όλα τα παραπάνω, πολλές φορές, όχι μόνο δεν προσφέρουν αλλά μπορεί και να έχουν αρνητικά αποτελέσματα. Ποιος δεν ξέρει, για παράδειγμα, πως στις μέρες μας ένα μεταπτυχιακό ή διδακτορικό δίπλωμα σε κάποιο δεύτερης ή τρίτης κλάσης πανεπιστήμιο είναι πιθανόν να αποδειχθεί σπατάλη χρόνου και πόρων, και χρησιμεύει μόνο σε ήδη δημοσίους υπαλλήλους που επιδιώκουν να εξελιχθούν ή σε πολιτικούς που το θέλουν για «βιτρίνα» στο βιογραφικό;

Διεθνώς, οι έρευνες δείχνουν πως, ενώ ο όγκος των οικογενειακών δαπανών για την εκπαίδευση έχει στις μέρες μας αυξηθεί σημαντικά, οι επενδύσεις αυτές έχουν πολύ λιγότερη απόδοση από όσο είχαν μερικές δεκαετίες νωρίτερα.

Επιπλέον, διαπιστώνεται μια τάση εκπαιδευτικής «αριστοκρατικοποίησης», που διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες. Με άλλα λόγια, όσοι τελειώνουν τα πανεπιστήμια-ελίτ (top 1%) έχουν καλές πιθανότητες γρήγορης απόσβεσης της εκπαιδευτικής επένδυσης ενώ οι υπόλοιποι κινδυνεύουν με ανεργία ή προσωρινή εργασία, με εργασίες χαμηλής εξειδίκευσης ή με χαμηλές αμοιβές ωσάν να μην είχαν σπουδάσει καθόλου. Ως συνέπεια, η απόσβεση της εκπαιδευτικής επένδυσης στους φτωχούς και περιορισμένου εισοδήματος ανθρώπους, που σπανίως στοχεύουν τα πανεπιστήμια-ελίτ, είναι πολύ πιο αργή (αν γίνει ποτέ) από τους εύπορους και πλούσιους, ενώ το κόστος της αρχικής επένδυσης είναι, για τους πρώτους, δυσβάστακτο.

Oι νέοι έχουν πλήρη επίγνωση αυτής της κατάστασης. Τις προάλλες, σε ένα εστιατόριο συνάντησα μια παλιά μου φοιτήτρια, που δούλευε ως σερβιτόρα. «Εδώ δουλεύεις;» τη ρώτησα. «Εδώ, η φυσική εξέλιξη του τμήματός μας», μου απάντησε με ένα ήρεμο μειδίαμα. Ενιωσα άβολα. Δεν είχα τίποτε έξυπνο ή πειστικό να της ανταπαντήσω, σιώπησα.

Η εκπαίδευση αδυνατεί να λειτουργήσει σήμερα ως μοχλός κοινωνικής κινητικότητας. Πολλοί, λανθασμένα, υποστηρίζουν πως το πρόβλημα βρίσκεται στην «προσφορά». Αν, λένε, εισαγάγουμε και άλλη εκπαίδευση στην αγορά θα βελτιώσουμε την ποιότητα της ήδη παρεχόμενης εκπαίδευσης και ο ανταγωνισμός θα φέρει αποτελέσματα στην αγορά εργασίας. Αυτά είναι εκτός τόπου και χρόνου!

Από την πλευρά της προσφοράς εκπαίδευσης, τα πράγματα δείχνουν να έχουν φτάσει στα όριά τους. Ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν είχαμε τόση παρεχόμενη εκπαίδευση. Το να προστεθεί και άλλη θα είχε την εξής συνέπεια: οι φτωχοί να χρηματοδοτούν ακόμη περισσότερο την ανεργία τους ή έστω την υποαπασχόληση και τις χαμηλές αμοιβές τους.

Οι ριζικές αλλαγές δεν μπορούν να προέλθουν από τον τομέα της εκπαίδευσης. Πρέπει να αναζητήσουμε άλλες ιδέες. Χρειάζεται άμεσα να εξασφαλιστεί στους νέους ανθρώπους ένα ελάχιστο εγγυημένο βιοτικό επίπεδο. Πρέπει να θεσμοθετηθεί για όλους τους νέους μέχρι 30 ετών, χωρίς καμιά προϋπόθεση, ένας σταθερός και εγγυημένος πόρος, ας πούμε 300 ευρώ κάθε μήνα. Ας το ονομάσουμε: Βασικό Εγγυημένο Εισόδημα Νέων. Αυτός ο πόρος αγοράζει χρόνο, ελευθερία, ποιότητα ζωής και προοπτικές. Επιτρέπει σε όλους τους νέους να ζήσουν με αξιοπρέπεια, να φτιάξουν όνειρα και να πειραματιστούν χωρίς τη δαμόκλειο σπάθη της επιβίωσης.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *