Το ελληνικό παράδειγμα

Τα δέκα χρόνια της κρίσης πήγαν χαμένα. Τα ξοδέψαμε κάπου ανάμεσα στον θυμό μας, στην κατάθλιψη και στους αλλοπρόσαλλους πειραματισμούς της εγχώριας αλλά και της ευρωπαϊκής πολιτικής τάξης. Κινδυνεύσαμε να χάσουμε τη σημαντικότερη κατάκτηση της μεταπολεμικής μας ιστορίας, την ευρωπαϊκή μας ένταξη. Οι ελίτ, πολιτικές, πνευματικές αλλά και οικονομικές, έχασαν την αξιοπιστία τους με αποτέλεσμα και η κοινωνία να χάσει την εμπιστοσύνη της στον εαυτό της. Να μην περιμένει τίποτε καλύτερο απ’ αυτό που ζούσε. Γι’ αυτό και εμπιστεύθηκε τους μαθητευόμενους μάγους που της υποσχέθηκαν ότι θα κοιμηθεί με κρίση και την επομένη, όταν ξυπνήσει, όλα θα είναι όπως πριν. Οι μάγοι απογοήτευσαν τους θαυμαστές τους. Το πήραμε απόφαση ότι δεν μπορούμε, και δεν θέλουμε, να φύγουμε από την Ευρώπη, ενώ συγχρόνως άρχισε να ωριμάζει μέσα μας η ιδέα ότι στην κρίσιμη στιγμή θα πρέπει να μάθουμε ότι είμαστε μόνοι.

Στα μνημόνια παραδοθήκαμε με τα χέρια ψηλά. Οι πολιτικοί μας, υπό το κράτος πανικού, δεν έκαναν καν τον κόπο να εκπονήσουν ένα δικό τους σχέδιο αντιμετώπισης της κατάρρευσης για να το διαπραγματευθούν. Δέχθηκαν ό,τι τους επέβαλαν, ορισμένοι το ψήφιζαν χωρίς καν να έχουν διαβάσει τους όρους –καθ’ ομολογίαν τους– και με τη συνήθη κουτοπονηριά τους περίμεναν ότι δεν θα χρειαστεί να το εφαρμόσουν ή να το εφαρμόσουν «κατ’ οικονομίαν». Εν τω μεταξύ, η χώρα μαράζωνε. Η χώρα, και όχι μόνον η οικονομία της. Η αξιοπιστία της έπεσε στα επίπεδα της υποσαχάριας Αφρικής, τα μεσαία στρώματα σέρνονταν από εφορία σε ταμείο, η εκπαίδευση είχε μπει στην εντατική και στις εντατικές των νοσοκομείων έλειπαν τα σεντόνια κι οι μαξιλαροθήκες. Η Ελλάδα είχε εξαντλήσει τα αποθέματά της. Και η πολιτική της τάξη δεν είχε τις δυνάμεις για να ανανεωθεί. Απόδειξη ο Τσίπρας, ένας πρόωρα γερασμένος ανώριμος έφηβος, που ήξερε να ξεσηκώνει τον κόσμο με τις φωνές του, αλλά δεν μπορούσε να διοικήσει. Και σίγουρα δεν ήταν ικανός να δώσει το «παράδειγμα» που χρειαζόταν η χώρα. Παράδειγμα ή αφήγημα, προσανατολισμός, όραμα. Ηταν σαφές πως η Ελλάδα το χρειαζόταν για να σταθεί στα πόδια της. Χωρίς αυτό, το τέλος των μνημονίων δεν σήμαινε τίποτε. Η Ελλάδα έπρεπε να βρει τον δικό της πλούτο για να σταθεί στον άγριο τούτο κόσμο.

Η πολιτική αλλαγή του περασμένου Ιουλίου ξεκίνησε πολλά υποσχόμενη, κάποια στιγμή έδειξε να χάνει τον βηματισμό της, όταν όμως βρέθηκε αντιμέτωπη με την άτυπη εισβολή του Ερντογάν στον Εβρο, όχι μόνον στάθηκε όρθια, αλλά ανανέωσε και το ρεύμα της εμπιστοσύνης που είχε αρχίσει να λαχανιάζει. Η εισβολή των μεταναστών στον Εβρο στις αρχές του χρόνου πολιτικά ήταν χειρότερη από τα κύματα του 2015. Μπορεί οι αριθμοί να ήσαν μικρότεροι, όμως εδώ είχαμε να κάνουμε με την εκπεφρασμένη πρόθεση του καθεστώτος Ερντογάν να εκμεταλλευθεί τους μετανάστες για να παραβιάσει τα σύνορα της Ελλάδας. Αν τα κατάφερνε, θα ταπείνωνε την Ελλάδα σαν να βύθιζε μια φρεγάτα μας στο Αιγαίο.

Η Ελλάδα αντιστάθηκε μόνη της. Δεν περίμενε ούτε οδηγίες ούτε τη συνδρομή των Ευρωπαίων εταίρων για να προστατεύσει, εκτός απ’ τα δικά της σύνορα, και τα δικά τους. Οι λίγες φωνές που υπερασπίστηκαν την εισβολή, στο όνομα των ανοιχτών συνόρων, πνίγηκαν στο πέλαγος του ερντογανικού κυνισμού. Ο μονάρχης πίστευε πως αν η Ελλάδα εμποδίσει τους Αφγανούς να περάσουν τα σύνορα, η προοδευτική Ευρώπη θα ξεσηκωνόταν. Ξεσηκώθηκαν οι συνήθεις γραφικοί.

Μόνη της η Ελλάδα αντιμετώπισε την εισβολή στον Εβρο και με τις δικές της δυνάμεις αντιμετώπισε την πανδημία του κορωνοϊού. Για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν ακούω τους υπεύθυνους να μου λένε πως ό,τι κάνουν το κάνουν επειδή έτσι γίνεται στην Αγγλία, στη Γαλλία ή στη Γερμανία. Ελάτε τώρα. Ο κ. Τσιόδρας είναι ο γιατρός που θα ήθελα να έχω. Μειλίχιος, καθόλου διδακτικός, μου εκθέτει τα δεδομένα και μου λέει τη γνώμη του. Πότε θυμάστε την Ελλάδα στον ρόλο του ευρωπαϊκού παραδείγματος; Το κατάφερε η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Το μεγάλο κέρδος αυτού του πρώτου τετραμήνου του 2020 είναι ότι οι δύο απανωτές κρίσεις μάς έδωσαν την ευκαιρία να ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και στις δυνάμεις μας. Μπορεί η οικονομική κρίση που θα ακολουθήσει να αποδειχθεί σκληρότερη απ’ την πανδημία. Ομως δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την υπεραξία του κορωνοϊού, την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και στις δυνάμεις μας. Θα μου πείτε, και βέβαια μπορούμε. Την επομένη κιόλας μπορεί να τρωγόμαστε ο ένας με τον άλλον. Γιατί όχι; Αρκεί να ξέρουμε γιατί τρωγόμαστε. Για το παράδειγμα, τον προσανατολισμό της χώρας. Γι’ αυτό, στο επόμενο κυριακάτικο σημείωμά μου.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *