Με αφορμή μια θλιβερή επέτειο

Σε κάθε επέτειο του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967, είναι καθιερωμένο τα πολιτικά κόμματα να βγάζουν τις γνωστές, διδακτικού περιεχομένου, ανακοινώσεις και κάνουν πολύ καλά, ουδεμία αμφιβολία επ’ αυτού. Γιατί όμως, διερωτώμαι, είναι πάντα τα κόμματα της Αριστεράς εκείνα που έχουν το πρώτο βιολί στον θρήνο και στον οδυρμό για την 21η Απριλίου. Είμαι βέβαιος –και ασφαλώς η βεβαιότητά μου είναι ανοικτή στην αμφισβήτηση οποιουδήποτε– ότι αν κάποιοι οφείλουν πραγματικά να θρηνούν και να οδύρονται, πολύ περισσότερο επειδή εκείνοι ακόμη υφίστανται τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της δικτατορίας, είμαστε εμείς οι κεντροδεξιοί. 

Δεν πιστεύω ότι σώφρων άνθρωπος θα διαφωνούσε με τη διαπίστωση ότι η λεγόμενη χούντα των συνταγματαρχών, 1967-1974, ήταν το χειρότερο που μας συνέβη στη μεταπολεμική ιστορία μας. Μας αρέσει να την προσδιορίζουμε με διάφορα επίθετα, που πάντοτε σπρώχνουν την ευθύνη σε κάποιους άλλους (ξενοκίνητη, αμερικανοκίνητη κ.λπ.), η πραγματικότητα όμως είναι ότι την έκαναν Ελληνες και, συγκεκριμένα, το πιο φανατικό, καθυστερημένο και βλαμμένο κομμάτι της Δεξιάς.

Εκτός από την κατάλυση της δημοκρατίας και της πολιτικής ελευθερίας, τους διωγμούς και τα βασανιστήρια, η χούντα ανέκοψε και την πίεση της κοινωνίας, ιδίως των περισσότερο δυναμικών στρωμάτων της, όπως οι νέοι, πίεση για περισσότερες ελευθερίες, ατομικές και κοινωνικές. Τη δεκαετία του 1960, δεν ήσαν όλοι οι νέοι που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις αριστεροί, με την αυστηρή έννοια του όρου. (Μόνον οι μετέπειτα χουντικοί το αντιλαμβάνονταν έτσι.) Ησαν παιδιά, τα οποία, χάρη στη ραγδαία οικονομική ανάπτυξη των μεταπολεμικών χρόνων, είχαν ζήσει καλύτερα από τους γονείς τους και ζητούσαν το άνοιγμα της κοινωνίας, ζητούσαν δημοκρατική διαφάνεια, ατομικά δικαιώματα και κοινωνικές ελευθερίες. Το ίδιο συνέβαινε τότε παντού στη «Δυτική Ευρώπη», κατά τον όρο της εποχής. Ηταν το αποτέλεσμα της επιτυχίας του πολιτικού και οικονομικού συστήματός της.

Ολο αυτό το κοινωνικό κίνημα, η χούντα το κατεδίωξε και το συνέτριψε, με τη λογική συνέπεια να χαρίσει στην Αριστερά ολόκληρη την ατζέντα του κοινωνικού εκσυγχρονισμού. Θυμίζω ότι μόλις τέσσερις ημέρες πριν από την εκδήλωση του στρατιωτικού πραξικοπήματος, η αστυνομία είχε διακόψει με άγριο ξύλο τη συναυλία των Rolling Stones, στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, επειδή –άκουσον, άκουσον!– ο Τζάγκερ ή κάποιος άλλος είχε πετάξει στο πλήθος κόκκινα λουλούδια. Εκείνοι που διέπραξαν το πραξικόπημα, τέσσερις ημέρες αργότερα, ήσαν οι «υπηρέτες» εκείνων που κυβερνούσαν. Δεν ήταν λοιπόν επόμενο να πρέπει, φέρ’ ειπείν, να φθάσουμε στη δεκαετία του 1980 με κυβερνήσεις σοσιαλιστικές, ώστε να υπάρξει πρόοδος στην ισότητα των δύο φύλων, με τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου; Ο συντηρητισμός είχε εξευτελισθεί από τη χούντα. Μετά την επταετία της, για να είσαι προοδευτικός στα κοινωνικά ζητήματα, έπρεπε να είσαι αριστερός – ήταν περίπου σαν προϋπόθεση. Διαφορετικά, όφειλες να συνηθίσεις την πολιτική μοναξιά σου.

Για να επανέλθω στην αρχική απορία μου όμως, τόσα χρόνια μετά τη χούντα, έχοντας μπει πλέον σε μια νέα εποχή μετά την οικονομική χρεοκοπία του συστήματος που δημιουργήθηκε με τη Μεταπολίτευση του 1974, είναι κουραστικό η βελόνα της Αριστεράς να μένει διαρκώς κολλημένη στον θρήνο και στην οιμωγή για την 21η Απριλίου. Τη δύναμή της η Αριστερά, στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, την οφείλει στη σκοταδιστική ηλιθιότητα και στην απερίγραπτη χωριατιά της χούντας. Σε αυτή την καταραμένη οφείλει το περίφημο ηθικό πλεονέκτημά της, που ακόμη το επισείει, έστω και κουρελιασμένο μετά την πενταετία του ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν λέω, ούτε και μου περνάει από το μυαλό, να κάνουν πάρτι! Εξάλλου οι γενιές που διαμορφώθηκαν από την τροπή που έδωσε η χούντα στην πορεία μας είναι ακόμη εδώ – πιο σωστά, είμαστε, καθώς ακόμη θυμάμαι το τανκ στην πλατεία Πλαστήρα, εκεί όπου έπρεπε κανονικά να ήταν το σχολικό. Αλλά, βρε παιδί μου, να αλλάξουν κάπως τον σκοπό! Υποθέτω –τι άλλω μπορώ να κάνω;– ότι οι λόγοι αυτής της εμμονής είναι εκκλησιαστικοί. Ας τους πούμε έτσι, λόγω των μεγάλων ομοιοτήτων θρησκείας και Αριστεράς. Οπως και στην Εκκλησία, έτσι και στην Αριστερά, τα τροπάρια δεν αλλάζουν. Γράφτηκαν κάποτε με θεία επίνευση και αυτό ήταν, πάει και τελείωσε εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν.

Είναι δυνατόν;

Καταλαβαίνω ότι η τιμή του 1,50 ευρώ ανά γεύμα, για τη σίτιση των απόρων, είναι μικρό ποσό. Τόσο μικρό, ώστε να προκαλεί αμφιβολίες για την ποιότητα της τροφής που προσφέρεται και, επιπλέον, να δικαιολογεί σκέψεις για αύξηση της τιμής, εφόσον συνεπάγεται και άνοδο της ποιότητας. Αλλά η εκτόξευση από το 1,5 ευρώ στα 7 δεν είναι τουλάχιστον υπερβολική; Θα χρειασθεί να επανέλθω όμως…

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *