Ρέκβιεμ για ένα κοσμικό όνειρο

Ο Αττίλας δεν έδειξε να αιφνιδιάζεται όταν του είπα ότι είμαι Ελληνίδα. Ημασταν στην είσοδο του μουσείου της Αγίας Σοφίας, ένα βροχερό, κρύο πρωινό Δεκεμβρίου, και για την επόμενη ώρα θα με ξεναγούσε στον πιο δημοφιλή τουριστικό προορισμό της Κωνσταντινούπολης. Αυτό που δεν του είπα είναι ότι είχα μελετήσει τον αριστουργηματικό ναό στο πανεπιστήμιο, στο μάθημα της Βυζαντινής Αρχαιολογίας: Το μηχανικό επίτευγμα της στήριξης του περίφημου τρούλου και την αίσθηση ότι αιωρείται, τα πανάκριβα υλικά και μάρμαρα που ήρθαν από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας για τη διακόσμησή του, τις τοιχογραφίες με τις χρυσές ψηφίδες που δίνουν στους ιστορικούς ένα μοναδικό παράθυρο στην ιδεολογία του Βυζαντίου.

Τίποτε όμως δεν μπορούσε να με προετοιμάσει για το δέος που αισθάνθηκα κάνοντας τα πρώτα μου βήματα μέσα στο βυζαντινό μνημείο. Μπορεί να συγκριθεί μόνο με την ανάβαση στον λόφο της Ακρόπολης και την ανάδειξη του Παρθενώνα, αλλά με πολύ διαφορετικό αποτέλεσμα: το φως της Ακρόπολης σε θαμπώνει, το μισοσκόταδο της Αγίας Σοφίας σε μαγεύει. Ηταν σαν να ζωντάνευε η ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με έναν τρόπο που ούτε οι κατόψεις ούτε οι φωτογραφίες των τοιχογραφιών μπορούν ποτέ να μεταφέρουν.

Ο Αττίλας δεν σταμάτησε να μιλάει για την ιστορία του κτιρίου, τη μετατροπή του σε τζαμί, τις προσπάθειες αποκατάστασης των ψηφιδωτών από τότε που έγινε μουσείο. Πέρασε περίπου τη μισή ξενάγηση δείχνοντας τις προσθήκες που έγιναν για τις ανάγκες του ισλαμικού τεμένους και εξηγώντας τον ρόλο τους. Τον άκουγα υπομονετικά – το προτιμούσα από το να μου μιλάει για όσα γνώριζα.

Θυμήθηκα ότι την εποχή του Ιουστινιανού ο Παρθενώνας είχε μετατραπεί σε εκκλησία της Παναγίας, ότι είχε αποκτήσει βυζαντινές τοιχογραφίες και καμπαναριό. Είναι η μοίρα κάθε παλαιάς θρησκείας να τροφοδοτεί με έμπνευση τη νέα; Το Μπλε Τζαμί δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα της Αγίας Σοφίας με στόχο να την ξεπεράσει σε χλιδή, αλλά αντί για τον ανέφικτο χρυσό τρούλο απέκτησε έξι μιναρέδες.

Προς το τέλος της ώρας, ο Τούρκος ξεναγός μου έδειξε το σημείο του γυναικωνίτη από το οποίο παρακολουθούσαν τη λειτουργία οι Βυζαντινές αυτοκράτειρες και μου πρότεινε να με βγάλει μία φωτογραφία. Αριστερά και δεξιά δέσποζαν οι ασπίδες με αποσπάσματα από το Κοράνι, στο βάθος αχνόφεγγε η Παναγία στο περίφημο ψηφιδωτό της Αψίδας. Από κάπου μακριά, μας στοίχειωναν οι κραυγές της Ιστορίας. Κραυγές που η μετατροπή του τζαμιού σε μουσείο είχε σιγάσει.

Βγαίνοντας στο προαύλιο, βρήκα ένα σημείο από το οποίο με ένα τρικ κατάφερα να τραβήξω μερικές φωτογραφίες της Μεγάλης Εκκλησίας χωρίς τους μιναρέδες. Αμέσως το αποτέλεσμα γλύκανε, η αρμονία επανήλθε.

Οσο όμως και αν το κτίριο αποκαλύφθηκε στην αρχική του κλίμακα και λειτουργία, η πραγματικότητα γύρω μου είχε εξελιχθεί σε αυτό που η UNESCO προστατεύει ως μνημείο παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς και οι Δυτικοί αγαπούν στην Κωνσταντινούπολη: το αποτέλεσμα αιώνων ιστορίας που συνθέτουν ένα μωσαϊκό διαφορετικών πολιτισμών και θρησκειών.

Το όραμα του προέδρου Ερντογάν όμως είναι διαφορετικό. Η δική του πόλη εκπέμπει την επιστροφή του συντηρητικού Ισλάμ ως πολιτική ιδεολογία. Η ισλαμοποίηση στην οποία έχει επιδοθεί ως νέος Πορθητής στοχεύει το κοσμικό κράτος του Κεμάλ Ατατούρκ, και η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί είναι το συμβολικό βέλος στην καρδιά του οράματος που υπηρετούσε εκείνος όταν το 1934 την έκανε μουσείο, στο πλαίσιο της κοσμικής του επανάστασης. Για τον νομπελίστα συγγραφέα Ορχάν Παμούκ είναι η δήλωση στον κόσμο ότι «δεν είμαστε πλέον ένα κοσμικό κράτος». Για τον Χριστιανισμό και τις θρησκευτικές και εθνικές μειονότητες της Τουρκίας, όμως, η απόφαση του Ερντογάν φέρνει πίσω τις χειρότερες μνήμες από την απώλεια και τους διωγμούς που γέννησαν και έθρεψαν το τουρκικό κράτος.

Ακόμη και όσοι δεν νοιάζονται αν η Αγία Σοφία είναι τζαμί ή μουσείο, όσοι δεν νιώθουν την προσβολή των Ορθόδοξων Χριστιανών και τον φόβο των μειονοτήτων, θα αισθανθούν την αλλαγή στην επόμενη επίσκεψή τους. Η απόφαση βάζει ταφόπλακα στον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της Πόλης ως βίωμα, καθώς αυτό αποψιλώνεται σε ένα παραμορφωμένο, άδειο κέλυφος. Και εκείνο που αναδεικνύεται είναι αυτό που περιγράφουν η Μάρουα Μαζιάντ και ο Τζέικ Σωτηριάδης με άρθρο τους που αναδημοσίευσε η «Καθημερινή» στις 11 Μαΐου: ένα όραμα πανισλαμισμού, μία πολιτισμικά ηγεμονική μορφή πολιτικού Ισλάμ που επιδιώκει την αναβίωση μιας μεγαλύτερης Τουρκίας. Το πλήγμα για τη διεθνή εικόνα της χώρας που περιγράφει ο επικεφαλής του τουρκικού προγράμματος του Washington Institute Σονέρ Τζακαπτάι είναι το μικρότερο κακό.

* Η κ. Κατερίνα Σώκου είναι Nonresident Senior Fellow στο Atlantic Council.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *