Οταν το μπράτσο μας άγγιζε το μπράτσο του διπλανού

«Καθένας μας ξεχωριστά είναι ένας μικρός πολιτισμός χτισμένος στα ερείπια ένα σωρό άλλων προγενέστερων πολιτισμών, αλλά με τις αποκλειστικά δικές μας, ο καθένας, παραλλαγές της έννοιας του ωραίου και του αποδεκτού, τις οποίες –σπεύδω να προσθέσω– δεν πληρούμε σε γενικές γραμμές και με τις οποίες παλεύουμε να ζήσουμε. Συμπτωματικές ομοιότητες μεταξύ μας τις θεωρούμε ουσιώδεις ομοιότητες, διότι οι τριγύρω μας έχουν επίσης κληρονομήσει τα ίδια έθιμα, συναλλάσσονται με το ίδιο νόμισμα, αναγνωρίζουν λίγο πολύ τις ίδιες έννοιες ευπρέπειας και λογικότητας. Αλλά όλα αυτά, στην πραγματικότητα, το μόνο που κάνουν είναι να μας επιτρέπουν να συνυπάρχουμε με τις απροσπέλαστες και ολότελα αχανείς αποστάσεις μεταξύ μας». Η σκέψη της Μέριλιν Ρόμπινσον (από το μυθιστόρημα «Γκίλιαντ – Τόπος της μαρτυρίας», εκδ. Εν Πλω, 2010) βοηθάει, δραστικά, να κατανοήσει κανείς τα μικρά καθημερινά, τα ανεπαίσθητα, απλά και μεγαλειώδη της ανθρώπινης ύπαρξης, ενίοτε και σε «απαίσιους καιρούς». Ανάμεσα στο πνεύμα του βιβλίου και στο σχόλιο που ακολουθεί δεν υπάρχει σχέση. Είναι όμως αυτές οι «παραλλαγές» της συνύπαρξης «με τις απροσπέλαστες και ολότελα αχανείς αποστάσεις μεταξύ μας» που φωτίζουν την πραγματικότητα αλλιώς.

Τον τελευταίο μήνα, του απροσδόκητου κατ’ οίκον εγκλεισμού, πολλαπλασιάζονται καθημερινά οι ψηφιακές πλατφόρμες, από την Ελλάδα και το εξωτερικό, που προσφέρουν άφθονα θεάματα: παραστάσεις θεάτρου και χορού, όπερες, συναυλίες, ταινίες, περιηγήσεις σε μουσεία και εκθέσεις, αναγνώσεις βιβλίων, πάσης φύσεως συζητήσεις και εκδηλώσεις. Θα μπορούσε κανείς να έχει πλήρη πολιτιστική κάλυψη σε 24ωρη βάση! Σύμφωνα δε με στοιχεία που ανακοινώνονται, είναι χιλιάδες όσοι επιλέγουν, για παράδειγμα, να δουν μια παράσταση είτε με έργο του Καραγάτση στο θέατρο «Πορεία» είτε με τον «Μακμπέθ» του Σαίξπηρ από το Εθνικό Θέατρο. Ψηφιακός συνωστισμός. Μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, ή στη μεγαλύτερη της τηλεόρασης, κάποιος μόνος ή με τη σταθερή συντροφιά του παρακολουθεί μια σκηνική δράση από άλλες εποχές. Ετσι μοιάζουν τουλάχιστον. «Αλλες». Τότε, που το κοινό κατέκλυζε τις αίθουσες, ο διπλανός δεν ήταν εν δυνάμει απειλή, ο συγχρωτισμός δεν αποτελούσε παραβίαση βασικών κανόνων προστασίας της δημόσιας υγείας.

Θεάματα τα οποία έχουν φυσική ροή, ολοκληρώνονται δηλαδή μέσα σε προκαθορισμένο χρόνο, και διαδραματίζονται μπροστά σε θεατές, που σιωπούν, αναστενάζουν, βήχουν, ψιθυρίζουν, μετακινούνται ανεπαίσθητα στη θέση τους, χειροκροτούν βαρύθυμα ή με ενθουσιασμό, εγκαταλείπουν στο τέλος την αίθουσα για να επιστρέψουν άλλοι και αλλού, τώρα απευθύνονται στον καθένα μας ξεχωριστά.

Υπάρχει αυτή η κοινότητα που παλεύει να ζήσει με τις έννοιες του «ωραίου και του αποδεκτού»; Οι «αχανείς αποστάσεις» περιορίζονται μπροστά στην ψηφιακή πλατφόρμα; Μοιραζόμαστε την εμπειρία ή ο καθένας την καταπίνει ανάλογα με τα εργαλεία που διαθέτει να την επεξεργαστεί, να την αποδεχθεί ή απλώς να την αγνοήσει / προσπεράσει; Η επιδερμικότητα της βύθισης, της αδράνειας που ναρκώνει τον χρόνο για να αμυνθεί στο πρωτοφανέρωτο του εγκλεισμού, βοηθάει στην περαιτέρω εξοικείωση με την τέχνη; Προσέρχεται σε αυτόν τον πολιτιστικό ψηφιακό καταιγισμό και ένα κοινό που πριν δεν θα επέλεγε για έξοδο το θέατρο, την όπερα ή μια συναυλία κλασικής μουσικής; Ή ανακυκλώνονται στους δέκτες οι ίδιοι που γέμιζαν τις αίθουσες και στην προ κορωνοϊού περίοδο; Κανείς δεν θα μπορούσε να απαντήσει με ασφάλεια, ίσως μια δημοσκόπηση να πρόσθετε επιμέρους γνώση. Οταν επιστρέψουμε στη μερική κανονικότητα, θα υπάρξει μεγαλύτερη προσέλευση στις αίθουσες λόγω στέρησης; Ολο και περισσότεροι είναι εκείνοι που δεν βλέπουν «επιστροφή», με τους όρους τουλάχιστον που γνωρίζαμε. «Θα αργήσουμε να πάμε ξανά στην αίθουσα. Θα αργήσουμε να κάτσουμε σε κάθισμα που το μπράτσο μας αγγίζει το μπράτσο του αγνώστου δίπλα μας», είπε πρόσφατα σε συνέντευξή του στην «Κ» ο σκηνοθέτης Μπάμπης Μακρίδης (9/04).

Ο ψηφιακός αυτός καταιγισμός ίσως και να οδηγεί σε μια νέα αποκάλυψη που πρέπει να τη ζήσεις για να καταλάβεις πόσο πραγματική είναι. Αυτό το μεσοδιάστημα ανάμεσα σε δύο ζωές, διαφορετικές μεταξύ τους, ίσως βοηθήσει να αντιληφθούμε ότι υπάρχουν απολαύσεις εκεί όπου ποτέ δεν θα τις αναζητούσαμε. Και να συνεχίσουμε να τις αναζητούμε. 

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *