Κορωνοϊός και αμφισημία

Η εικόνα είναι μία, διαβάζεται όμως με δύο τρόπους. Από μια οπτική γωνία, η εικόνα δείχνει ένα λαγό. Από μιαν άλλη οπτική γωνία, δείχνει μια πάπια. (Φωτ. SHUTTERSTOCK)

Είχαν να βρεθούν χρόνια. Φίλοι από τα παλιά, την εποχή του στρατού. Συναντήθηκαν τυχαία στην πλατεία του χωριού, στο Τρόοδος. Από τη Θεσσαλονίκη ο ένας, τη Λεμεσό ο άλλος. «Ρε συ τι γίνεσαι; Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!», αναφωνεί με χαρά ο Λεμεσιανός. «Βρε, βρε, τι ευχάριστη έκπληξη», απαντά περιχαρής ο Θεσσαλονικιός, ανοίγοντας τα χέρια να αγκαλιάσει τον φίλο του. Ο Λεμεσιανός κοντοστέκεται αμήχανα. Διστάζει λίγο, δεν ανταποκρίνεται στην αναμενόμενη κοινωνική χορογραφία. «Ελα ρε συ, φοβάσαι;», λέει ο Θεσσαλονικιός. Ο φίλος του χαμογελά αμήχανα, αλλά ενδίδει – αγκαλιάζονται. Οι συστάσεις για τη φυσική αποστασιοποίηση πάνε περίπατο.

Η πανδημία προβληματοποιεί το μέχρι χθες αυτονόητο. Εχουμε μάθει να ανταλλάσσουμε χειραψία όταν συστηνόμαστε, να αγκαλιάζουμε τα προσφιλή μας πρόσωπα, να ασπαζόμαστε άλλους κατά περίπτωση, κ.ο.κ. Η καθημερινή ζωή, αυτό που οι υπαρξιστές φιλόσοφοι αποκαλούν «βιόκοσμο», συντίθεται από πολλές μικρές συνήθειες, οι οποίες έχουν εγγραφεί ως άρρητη γνώση στο νου και το σώμα μας. Δεν σκεπτόμαστε να δώσουμε το χέρι στον άνθρωπο που μας συστήνουν – το κάνουμε αυθόρμητα. Δεν κρατάμε απόσταση δύο μέτρων από τα μέλη της παρέας μας – μιλάμε, γελάμε, αγγιζόμαστε, όπως έχουμε μάθει να κάνουμε στην κουλτούρα μας.

Καθημερινή αβεβαιότητα

Τώρα, όλα αυτές οι μικρο-συνήθειες τίθενται εν αμφιβόλω. Το μέχρι χθες αυτονόητο (και γι’ αυτό άρρητο – πέραν, δηλαδή, της συνειδητής επεξεργασίας) γίνεται αντικείμενο σκέψης: να τον χαιρετίσω με χειραψία ή όχι; Να την ασπασθώ ή όχι; Αίφνης, η αβεβαιότητα διεισδύει στο μικρο-επίπεδο των καθιερωμένων καθημερινών πρακτικών. Τι πρέπει να κάνω;

Η αβεβαιότητα αυτή μας φέρνει σε δύσκολη θέση: εφόσον οι παλαιές συμβάσεις (π.χ. χειραψία) δεν έχουν αντικατασταθεί με νέες, δεν γνωρίζουμε πώς να συμπεριφερθούμε. Τα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας μας υπενθυμίζουν κάτι που στην καθημερινή ρουτίνα προσπερνάμε: τον κεφαλαιώδη ρόλο των κοινωνικών συμβάσεων για την απρόσκοπτη συμβίωση. Οι συμβάσεις μειώνουν την αβεβαιότητα της διαπροσωπικής επικοινωνίας. Μόνο οι ναρκισσιστικά «αντισυμβατικοί» δεν το αντιλαμβάνονται. Στην κουλτούρα μας, με τον υψηλό βαθμό προσωποκεντρικότητας, όταν η κοινωνική σύμβαση (π.χ. χειραψία, ασπασμός) παραβιάζεται από το ένα μέρος, ενδέχεται να εκληφθεί ως έλλειψη εμπιστοσύνης από το άλλο. «Ελα ρε συ, φοβάσαι;», το οποίο ερμηνεύεται: «Με απορρίπτεις; Είμαι επικίνδυνος για σένα;». Προ δεκαετίας, ένας οδηγός ταξί στην Αθήνα, όταν είδε να βάζω τη ζώνη ασφαλείας, μου είπε: «Δεν με εμπιστεύεσαι;». Η άτυπη, κυρίαρχη τότε, σύμβαση, ήταν: «δεν βάζουμε ζώνη ασφαλείας στο ταξί». Ο επιβάτης που την παραβιάζει, θεωρείται ιδιόρρυθμος – δεν επιδεικνύει τη δέουσα εμπιστοσύνη στον οδηγό.

Ο κίνδυνος της μόλυνσης από τον κορωνοϊό εισάγει την αμφισημία (ambiguity) στον πυρήνα των διαπροσωπικών σχέσεων. Κάτι είναι αμφίσημο στο μέτρο που μπορεί να ιδωθεί, εξίσου θεμιτά, από δύο ασύμβατες οπτικές γωνίες. Κλασικό παράδειγμα είναι η εικόνα του λαγού/πάπιας. Από μια οπτική γωνία, η εικόνα δείχνει ένα λαγό. Από μια άλλη οπτική γωνία, δείχνει μια πάπια. Η εικόνα είναι μία, διαβάζεται όμως με δύο τρόπους.

Η διόλου αμελητέα ασυμπτωματικότητα της μόλυνσης από τον κορωνοϊό στερεί το άτομο από τη γνώση της υγειονομικής του κατάστασης. Μπορεί να είμαι, ή μόλις να έγινα, φορέας και να μην το ξέρω. Στην πανδημία, δυνητικά, όλοι είμαστε φορείς. Ο άνθρωπος που συναντώ, άσχετα αν είναι φίλος, συγγενής ή άγνωστος συνεπιβάτης, είναι υγειονομικά αμφίσημος: ενδέχεται να είναι, ενδέχεται να μην είναι φορέας.

Προ κορωνοϊού, δεν ετίθετο θέμα. Αν και ανέκαθεν υπήρχαν μικροβιοφοβικοί, οι περισσότεροι δεν θα το σκεφτόμασταν καν να ανταλλάξουμε χειραψία. Ο Αλλος ήταν αυτονόητα «καθαρός» – μόνο «λαγός» (ή μόνο «πάπια»). Αυτή την παραδοχή δεν μπορούμε να την κάνουμε πλέον. Η ασφαλέστερη παραδοχή είναι αυτή της αμφισημίας: λαγός/πάπια.

Ψυχική αποξένωση

Η παρατεταμένη αμφισημία αποξενώνει και ενδέχεται να αποδιοργανώσει ψυχικά το άτομο. Οταν ο Αλλος, ακόμη κι ο αγαπημένος Αλλος, μπορεί να θεωρηθεί και φορέας κινδύνου, παίρνουμε αποστάσεις – κυριολεκτικά. Την ίδια στάση, λογικά, θα κρατήσει κι αυτός απέναντί μας. Παράγεται, έτσι, αμηχανία, σχετική αποξένωση, και, ίσως, καχυποψία. Ακόμη χειρότερα, η αντιφατικότητα που εμπεριέχει η αμφισημία, πιθανώς οδηγήσει σε ψυχική αναστάτωση το άτομο (να μην ξέρει, δηλαδή, πώς να συμπεριφερθεί), παράγοντας εντάσεις στις κοινωνικές σχέσεις («ρε συ, φοβάσαι;»).

Στην εποχή της πανδημίας, η μονοσήμαντη στάση είναι απλοϊκή – δεν αναγνωρίζει τη συνθετότητα των περιστάσεων. Οταν θεωρείς τον Αλλο αυτονόητα υγιή, θέτεις σε κίνδυνο την υγεία σου (και, δυνητικά, την υγεία των άλλων). Οταν τον θεωρείς αυτονόητα μολυσμένο, γίνεσαι φοβικός, βλάπτοντας την ψυχική σου υγεία. Η αποδοχή της αμφισημίας είναι η βέλτιστη στρατηγική. Φοράς τη μάσκα, τηρείς τις αποστάσεις και, συγχρόνως, επιζητείς τη συντροφιά του Αλλου – και μαζί και χώρια. Οι ψυχικές παρενέργειες της αμφιθυμίας μειώνονται όταν το άτομο αναγνωρίζει ρητά την αντιφατικότητά της. «Σ’ αγαπώ φίλε μου αλλά, υπό τις συνθήκες, ναι, φοβάμαι». Ενας άλλος τρόπος είναι να άρουμε την αντιφατικότητα σε ένα ανώτερο επίπεδο: να δημιουργήσουμε, συνήθως λεκτικά, εκείνο το πλαίσιο επικοινωνίας που δίνει νόημα στις σωματικές χειρονομίες (ή στην απουσία τους).

Οταν συναντάς φίλους ή συνεργάτες λ.χ. μπορείς να πεις: «Μη με παρεξηγήσετε, δεν θα δώσουμε τα χέρια», διανθισμένο πιθανότατα με χιούμορ. Ή μπορεί η μια παλάμη να σφίξει την άλλη, κάνοντας μια ελαφρά υπόκλιση, δίνοντας στον συνομιλητή σου να καταλάβει ότι τον χαιρετάς, κ.ο.κ.

Η ζωή στον εγκλεισμό (lock-down) ήταν κουραστική αλλά απλή – δεν χρειαζόμασταν να παίρνουμε αποφάσεις γιατί τις είχε πάρει η κυβέρνηση για μας. Τώρα που χαλάρωσαν τα μέτρα, το ρίσκο μετακυλίεται πάνω μας. Θα πάμε στο εστιατόριο; Θα δούμε τους φίλους; Θα χαιρετηθούμε ως συνήθως; Η μετακύλιση ρίσκου απαιτεί σύνθετη στάση από τα άτομα: να αποδεχθούν την αμφιθυμία και να συμπεριφερθούν αναλόγως.

Οι συμβουλές των λοιμωξιολόγων είναι πολύτιμες αλλά δεν αρκούν. Χρειάζεται να ξέρουμε όχι μόνο τι πρέπει να κάνουμε ως βιολογικά όντα, αλλά και πώς να το κάνουμε ως κοινωνικές υπάρξεις.

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *