Το δελτίο ενημέρωσης για την πορεία της πανδημίας του κορωνοϊού από τους επιτετραμμένους καθηγητή κ. Σωτήρη Τσιόδρα και υφυπουργό κ. Νίκο Χαρδαλιά στις 6 το απόγευμα και σε καθημερινή βάση ήταν από τα κύρια στοιχεία στην περίοδο της καραντίνας. Ο ελληνικός λαός, στην πλειονότητά του, το παρακολουθούσε με ξεχωριστό ενδιαφέρον, για να ενημερωθεί στα βασικά επιμέρους στοιχεία, που αφορούσαν τον αριθμό νέων περιπτώσεων, το σύνολο των νοσούντων και θανόντων, κυρίως όμως αγωνιούσε για τον αριθμό των συνανθρώπων μας με βαριά προσβολή, που νοσηλεύονταν διασωληνωμένοι στις μονάδες εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ). Η ανακούφιση ήταν ιδιαίτερη και η ικανοποίησή μας ανάλογη, βλέποντας και ακούγοντας τη μείωση του αριθμού των νοσηλευομένων στη ΜΕΘ.

Είναι γνωστό ότι η πανδημία του κορωνοϊού ενεργοποίησε σε παγκόσμια κλίμακα όλες τις ειδικότητες της Ιατρικής. Δεν είναι όμως υπερβολή να τονιστεί ότι η λέξη «ΜΕΘ» σηματοδότησε την πανδημία και ταυτίστηκε με αυτή. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι οι ΜΕΘ σώζουν ζωές ασθενών, που πριν από μερικά χρόνια δεν κατάφερναν να ξεπεράσουν το πρόβλημά τους και να επιζήσουν. Καίτοι η προσφορά των ΜΕΘ έγινε σήμερα σε όλους γνωστή, δεν είμαι απόλυτα βέβαιος πόσοι γνωρίζουν την αφετηρία δημιουργίας τους και τη διαδρομή τους στον ελληνικό χώρο.

Πολλοί θεωρούν ότι η ειδικότητα αυτή πάντοτε υφίστατο στα νοσοκομεία της χώρας μας με τη μορφή που σήμερα γνωρίζουμε. Προσφέροντας ορισμένα ιστορικά στοιχεία πάνω στο θέμα αυτό θα κάνω μια αναδρομή στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν. Η Ιατρική Σχολή Αθηνών στο τέλος της δεκαετίας του 1980 πρωτοστατεί και αποφασίζει στην ολομέλεια των τακτικών καθηγητών να δημιουργήσει ειδικότητα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ, Intensive Care). Προκηρύσσει τη θέση και ορίζει ημέρα εκλογής. Υποψήφιος είναι ο Χαράλαμπος Ρούσσος, καθηγητής στο McGill του Καναδά με ειδικότητα Εντατικολόγου. Το σώμα των εκλεκτόρων τακτικών καθηγητών, μέλος του οποίου υπήρξα, εκλέγει καθηγητή τον Χαράλαμπο Ρούσσο, με διαφοροποιημένη τη δική μου άποψη. Η τοποθέτησή μου αυτή δεν οφειλόταν στα προσόντα του υποψηφίου, που χωρίς υπερβολή ήταν πρωτότυπα και ιδιαίτερα καλά, αλλά διότι διακατεχόμουν από την άποψη ότι στη χρονική εκείνη περίοδο προτεραιότητα δημιουργίας είχαν άλλες ειδικότητες, όπως π.χ. η Αναισθησιολογία, που δεν υπήρχε. Πίστευα δηλαδή ότι η πρωτόγνωρη κατά τη γνώμη μου τότε ΜΕΘ, που είχε πρωτοεμφανιστεί την δεκαετία του 1950 για την καταπολέμηση της πολιομυελίτιδας, μπορούσε να δημιουργηθεί αργότερα στην Ιατρική Σχολή.

Η αρχικώς διαφοροποιημένη άποψή μου ως προς τη δημιουργία της ειδικότητας της Εντατικής Θεραπείας με έκανε να παρακολουθώ στενά την πορεία της από την αρχή, και σήμερα έχω την ευχέρεια με αντικειμενικότητα, να εκθέσω αυτά που ακολούθησαν.

Ο καθηγητής Ρούσσος μετά την εκλογή του  εγκαταστάθηκε στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός όπου «πρωτοέχτισε» και δημιούργησε τη σύγχρονη για την εποχή εκείνη ειδικότητα της Εντατικής Θεραπείας. Με πενιχρά αρχικά μέσα, αλλά με πολλή προσπάθεια και με ιδιωτικές επιχορηγήσεις που ήρθαν αργότερα, δημιούργησε κλινική, εκπαίδευσε μαθητές (που σήμερα πρωταγωνιστούν στη μάχη κατά του κορωνοϊού), έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο νοσηλευτικό προσωπικό της μονάδας και δημιούργησε τις συνθήκες εκείνες των ΜΕΘ, που απαιτούνται για την αντιμετώπιση περιπτώσεων με ελπίδα επιβίωσης. Εντυπωσιακό είναι επίσης το ερευνητικό-συγγραφικό έργο της κλινικής αυτής. Ενα άλλο πολύ θετικό στοιχείο είναι η εξάπλωση της ειδικότητας στον ελληνικό χώρο. Από τότε μέχρι σήμερα, επετεύχθη σημαντική πρόοδος στον τομέα της Εντατικής Θεραπείας. Δημιουργήθηκαν οι σύγχρονες ΜΕΘ στα νοσοκομεία της χώρας, όπου νοσηλεύονται βαριά περιστατικά, όπως σηψαιμίες, βαριές λοιμώξεις, εγχειρήσεις καρδιάς, νευροχειρουργικές επεμβάσεις, βαριά τραύματα κ.ά.

Ομως η αναγκαιότητα της Εντατικής Θεραπείας με τα γνωστά αποτελέσματα και τη συνεπικουρία των λοιμωξιολόγων, πνευμονολόγων και των λοιπών φορέων της Ιατρικής, που όλους μαζί τους ευχαριστούμε, φάνηκε κατά την τελευταία πανδημία. Παρά την επιταγή, που πλησιάζει την έννοια του «πρέπει» για τις ΜΕΘ, την επιστημονική κατάρτιση και εμπειρία των ιατρών που τις υπηρετούν, οι κλίνες ΜΕΘ στην Ελλάδα δεν επαρκούν, καίτοι έχουν γίνει διαχρονικές προσπάθειες των φορέων του ΕΣΥ. Ο αριθμός των κλινών που διαθέτει η χώρα υστερεί και ανέρχεται σε 6/100.000 πληθυσμού, ενώ ο μέσος όρος για τα προηγμένα ευρωπαϊκά πρότυπα είναι 11,5 κλίνες/100.000 πληθυσμού παρά τις κρατικές προσπάθειες του τελευταίου χρόνου. Για τον λόγο αυτό, οφείλουμε όλοι εμείς να συμβάλουμε αποτελεσματικά με δωρεές, ενημερώσεις και όποιο άλλο μέσο διαθέτουμε στην αύξηση του αριθμού των κλινών ΜΕΘ.

Η περαιτέρω αύξηση των κλινών ΜΕΘ είναι αναγκαία για κάθε πιθανή έκτακτη ανάγκη σήμερα, αλλά και για το μέλλον. Είναι βασικό στοιχείο η ενεργοποίηση και η προσήλωσή μας στις αξίες της κοινωνικής προσφοράς και της αλληλεγγύης. Η συνδρομή μας είναι απαραίτητη, χωρίς όμως να λησμονούμε το σημείο εκκινήσεως για τη δημιουργία των ΜΕΘ, δηλαδή την πρωτοπορία της τότε Ιατρικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών για την ίδρυση της ειδικότητας της Εντατικής Θεραπείας και για τη σωστή επιλογή του πρώτου καθηγητή-διευθυντή.

* Ο κ. Γεώργιος Π. Θεοδοσιάδης είναι ομότιμος καθηγητής Οφθαλμολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *