Η σταρ που «έριξε» το σύστημα του Χόλιγουντ

Η Ολίβια ντε Χάβιλαντ ήταν μία από τις σταρ του Χόλιγουντ της «χρυσής εποχής».

Οταν πριν από μερικούς μήνες το Χόλιγουντ αποχαιρέτισε τον Κερκ Ντάγκλας, παντού στον κόσμο γράφτηκε πως πέθανε ο τελευταίος της χρυσής εποχής. Αντίστοιχα στις γυναίκες σταρ, το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την Ολίβια ντε Χάβιλαντ, η οποία έφυγε από τη ζωή την περασμένη Κυριακή σε ηλικία 104 ετών· ο θάνατός της επισφραγίζει το τέλος μιας κινηματογραφικής βιομηχανίας, εντελώς διαφορετικής από αυτή που γνωρίζουμε σήμερα. Το ενδιαφέρον μάλιστα είναι πως η ίδια συνέβαλε στην πτώση του συγκεκριμένου συστήματος.

Ηταν το 1943 και το διάρκειας επτά ετών συμβόλαιο της 27χρονης τότε Ντε Χάβιλαντ με τη Warner Brothers έφτανε στη λήξη του. Οπως ωστόσο συνέβαινε συχνά εκείνη την εποχή, το στούντιο αρνήθηκε να αποδεσμεύσει την ηθοποιό, παρατείνοντας με διάφορους τρόπους τη σύμβαση, που την εμπόδιζε να εργαστεί αλλού. Εκείνη τότε μήνυσε την εταιρεία και δικαιώθηκε. Και κάπως έτσι δημιουργήθηκε το δεδικασμένο, γνωστό και ως «Απόφαση Ντε Χάβιλαντ», που καθόρισε την σύναψη συμβολαίων αυστηρά συγκεκριμένης διάρκειας στο εξής και άνοιξε τον δρόμο για τους ανεξάρτητους παραγωγούς και τους ατζέντηδες που κυριάρχησαν τις επόμενες δεκαετίες στο Χόλιγουντ.

Γεννημένη το 1916 στο Τόκιο από Βρετανούς γονείς, η Ολίβια Ντε Χάβιλαντ βρέθηκε μόλις στα τρία της χρόνια στην Καλιφόρνια, όπου η μητέρα της ξαναπαντρεύτηκε, μετά έναν πρώτο αποτυχημένο γάμο. Το ταλέντο της φάνηκε από νεαρή ηλικία και στα 19 ήταν ήδη μέλος του συστήματος του Χόλιγουντ, γυρίζοντας τις πρώτες της ταινίες, ξεκινώντας από μια εκδοχή του «Ονείρου Θερινής Νυκτός». Αυτό που ακολούθησε δε, ήταν ένας εργασιακός πυρετός με 26(!) ταινίες, παραπάνω από τις μισές της καριέρας της δηλαδή, μέσα στα επόμενα 8 χρόνια. Οσο για την κατοπινή δικαστική διαμάχη της, η τολμηρή κίνησή της κόστισε τρία χρόνια ανεργίας, αφού η Warner προειδοποίησε όλα τα υπόλοιπα στούντιο για τον… ατίθασο χαρακτήρα της.

Παρ’ όλα αυτά, η επιστροφή της το 1946, για λογαριασμό της Paramount αυτή τη φορά, ήταν δυναμική με τέσσερις ταινίες σε έναν χρόνο, μία εκ των οποίων ήταν και το ρομαντικό δράμα «To Each His Own», που της χάρισε και το πρώτο της Οσκαρ. Εκεί υποδύθηκε μια ανύπαντρη μητέρα, η οποία για να αποφύγει το σκάνδαλο –είπαμε, βρισκόμαστε στο 1946– αναγκάζεται να αποχωριστεί τον γιο της, παρακολουθώντας στο εξής τη ζωή του από απόσταση.

Αυτός ήταν ίσως και ο πρώτος ρόλος της Αμερικανίδας ηθοποιού, στον οποίο δεν υποδύθηκε κάποια ενζενί. Στα χρόνια της Warner σχεδόν όλοι οι χαρακτήρες της ήταν συμπληρωματικοί κάποιου άνδρα πρωταγωνιστή, συνήθως του Ερολ Φλιν. Οι δυο τους συμπρωταγωνίστησαν σε οκτώ ταινίες, μεταξύ των οποίων και ο επικός «Ρομπέν των Δασών» του Μάικλ Κέρτιζ –η Ντε Χάβιλαντ ήταν η Λαίδη Μάριαν–, και έζησαν ένα παθιασμένο ειδύλλιο που κράτησε χρόνια, αν και δεν επισημοποιήθηκε ποτέ.

Στο ενδιάμεσο πάντως, το 1939, εκείνη ερμήνευσε τον πιο διάσημο ρόλο της καριέρας της στο περίφημο «Οσα παίρνει ο άνεμος». Η εξαδέλφη Μέλανι Χάμιλτον, όμορφη, γαλήνια και σοφή, παρά το νεαρόν της ηλικίας της, ήταν το άκρως αντίθετο από την εκρηκτική Σκάρλετ Ο’ Χάρα της Βίβιαν Λι, μια εκπρόσωπος της παλαιάς τάξης του κόσμου. Ο ρόλος της χάρισε μια οσκαρική υποψηφιότητα και την καθιέρωσε στη συνείδηση του κοινού με την εικόνα άψογης δεσποινίδος, η οποία συνέχισε να την ακολουθεί παρά την αρκετά ταραγμένη προσωπική της ζωή.

Εκτός από το ρομάντζο με τον (παντρεμένο) Ερολ Φλιν, διαβόητη εκείνη την εποχή αλλά και αργότερα, ήταν η σχέση της Ντε Χάβιλαντ με την αδελφή της και επίσης ηθοποιό, Τζόαν Φοντέιν. Η τελευταία πήρε το επώνυμο του πατριού τους, ο οποίος στην ουσία τις μεγάλωσε, όταν η μητέρα τους πήγε από το Τόκιο στην Καλιφόρνια, μετά τον χωρισμό της από τον Γουόλτερ Ντε Χάβιλαντ. Οι δύο αδελφές πάντως παρέμειναν επί δεκαετίες… μαλωμένες. Οταν το 1949 η Ολίβια ανέβηκε στη σκηνή για να παραλάβει το δεύτερο Οσκαρ της για το «The Heiress» του Ουίλιαμ Γουάιλερ, αγνόησε το απλωμένο χέρι της Τζόαν. Ολοι σκέφτηκαν πως ήταν η εκδίκηση για την περιφρόνηση που εκείνη είχε επιδείξει όταν η Ολίβια προσπάθησε να τη συγχαρεί για την δική της νίκη μερικά χρόνια πριν.

Στους κύκλους του Χόλιγουντ λεγόταν μάλιστα πως αυτή ακριβώς η ηφαιστειώδης σχέση με την αδελφή της, ενέπνευσε την Ντε Χάβιλαντ σε μία από τις κορυφαίες ερμηνείες της καριέρας της. Ο λόγος για το θρίλερ του 1946 «The Dark Mirror», σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Σίοντμακ, όπου εκείνη έχει τον διπλό ρόλο δύο πανομοιότυπων διδύμων. Παρότι η μία τους είναι δολοφόνος και η άλλη απλώς την καλύπτει, η Ντε Χάβιλαντ πλαισιώνει και τις δύο με έναν αέρα μυστηρίου, σε βαθμό που συχνά δεν είναι ξεκάθαρο ποια από τις δύο παρακολουθούμε.

Είναι φανερό πως όσα έχουμε αναφέρει παραπάνω, επαγγελματικά τουλάχιστον, φτάνουν μόνο μέχρι τη δεκαετία του 1950. Η Ολίβια ντε Χάβιλαντ συνέχισε να κάνει ταινίες, αν και αρκετά πιο αραιά, ενώ στο εξής είχε και αρκετές συμμετοχές σε τηλεοπτικές σειρές. Οπως συνέβη με πολλές ακόμα πρωταγωνίστριες, το Χόλιγουντ αποδείχθηκε πολύ σκληρό με τη «γυναίκα που μεγαλώνει» και στη δική της περίπτωση. Παρ’ όλα αυτά εκείνη κατάφερε να κερδίσει μία ακόμα Χρυσή Σφαίρα το 1986 για το τηλεοπτικό «Anastasia: The Mystery of Anna».

Το 2003, στα 87 της πια, βρέθηκε ξανά στη σκηνή των Οσκαρ, αυτή τη φορά για να παρουσιάσει ένα βραβείο. Το χειροκρότημα των όρθιων παρευρισκομένων, συνοδευμένο από το μουσικό σκορ του «Οσα παίρνει ο άνεμος», κράτησε τέσσερα λεπτά. 

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *