Δύσκολη άσκηση συνύπαρξης

Νωρίς το πρωί και η μελωδία του «O sole mio», από ακορντεόν, ακουγόταν να πλησιάζει. Οταν ο πλανόδιος μουσικός έφτασε στον δρόμο μας, μια ηλικιωμένη κυρία από την απέναντι πολυκατοικία βγήκε στο μπαλκόνι. «Τι όμορφη μουσική! Να ξανάρθετε στη γειτονιά μας, σας έχουμε ανάγκη», του φώναξε. Επειτα έκοψε ένα κλαδάκι γεράνι από μια γλάστρα της και μαζί με μερικά κέρματα τα έριξε στο ψάθινο καπέλο που εκείνος είχε απλώσει προς το μέρος της.

Ο ακορντεονίστας υποκλίθηκε στο κοινό του, φόρεσε ξανά το καπέλο του και συνέχισε να περπατά παίζοντας. Το «O sole mio» έσβησε σιγά σιγά μέσα στον αχό του κέντρου της πόλης. Με τον ίδιο τρόπο που πολλές μικρές χαρές μας έχουν χαθεί μέσα στον αχό της πανδημίας: μια ανέμελη βόλτα, μια αγκαλιά κι ένα φιλί στα αγαπημένα μας πρόσωπα, μια μάζωξη φίλων στο σπίτι.

Μας λείπει η εγγύτητα, κι όμως είμαστε υποχρεωμένοι να εκπαιδευόμαστε διαρκώς στην επικοινωνία εκ του μακρόθεν. Δοκιμάζονται οι αντοχές μας, η αυτογνωσία μας, οι συμπεριφορές μας απέναντι στους άλλους.

Στο κατώφλι του πιο αμήχανου, αλλοπρόσαλλου Αυγούστου (που θυμάμαι), τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα: από τη μια η ανυπομονησία για λίγες μέρες ανάπαυλας κι από την άλλη η ανησυχία για το μετά, αυτό που μας περιμένει στη «στροφή» του φθινοπώρου.

Δεν είναι μόνο οι χιλιάδες απώλειες ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη, οι εισαγωγές ασθενών στα νοσοκομεία που διπλασιάστηκαν τις τελευταίες εβδομάδες, η αγωνία για το εμβόλιο και την αποτελεσματικότητά του, οι τωρινές και μελλοντικές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις του κορωνο-θέρους. Είναι και οι ψυχολογικές συνέπειες της ανελέητης εισβολής του ιού στη ζωή μας. Αλλά και η τοξικότητα η οποία δυστυχώς αναβλύζει από τις ρωγμές που εξακολουθούν να προκαλούν οι ισχυροί κραδασμοί όσων βιώνουμε.

Η διπλή «ανάγνωση» της πανδημίας μας διχάζει ολοένα και περισσότερο. Οι συνεπείς μασκοφόροι και οι πολέμιοι της μάσκας. Οι φοβισμένοι και οι (δήθεν) ατρόμητοι. Οι ευπαθείς, άρα τρωτοί –ηλικιωμένοι, χρονίως πάσχοντες, ανοσοκατασταλμένοι– και όσοι (νομίζουν πως) είναι άτρωτοι. Οσοι έχουν τη δυνατότητα να προχωρήσουν μπροστά κι όσοι είναι καταδικασμένοι να μείνουν πίσω.

Μαζί με την ευχή για καλό μήνα, λοιπόν, άλλη μία: μακάρι ο φόβος, ακόμα και ο θυμός που νιώθουμε, να γίνουν αντίσωμα ενσυναίσθησης σε αυτή τη δύσκολη άσκηση συνύπαρξης. Κι αν το χαμόγελό μας κρύβεται πίσω από τις μάσκες, δεν πειράζει. Θα φαίνεται ότι χαμογελούν να μάτια μας. Φτάνει να το κάνουμε μέσα από την καρδιά μας.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *