Οι γιατροί εκπαιδεύονται μελετώντας ενδιαφέροντα περιστατικά τα οποία τις περισσότερες φορές είναι σπάνια ή αφορούν ασυνήθιστες εκδηλώσεις συχνών νοσημάτων. Στη διεθνή βιβλιογραφία, στις στήλες των αγγλόφωνων περιοδικών, εντάσσονται στις ενότητες Cases ή Case Reports, δηλαδή «περιπτώσεις» ή «περιστατικά» και «αναφορά ή συζήτηση περιστατικών». Στις παρουσιάσεις που γίνονται στις αίθουσες των κλινικών επικράτησε το «περιστατικό» αντί της «περίπτωσης», που ακούγεται κακόηχα για την περιγραφή του ανθρώπινου πόνου και των προβλημάτων υγείας.

Στην πανδημία του νέου κορωνοϊού της νόσου COVID-19 χρησιμοποιείται από διεθνείς, επίσημους φορείς υγείας, αλλά και από πανεπιστήμια, ο όρος Cases για να περιγράψει νέα περιστατικά σε ημερήσια βάση, ανά χώρα, ήπειρο ή παγκόσμια. Στην Ελλάδα οι επίσημοι φορείς, αλλά και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, μεταχειρίζονται σχεδόν πάντα τον όρο «κρούσμα» για να δηλώσουν περιστατικά που ανιχνεύθηκε κορωνοϊός σε ρινοφαρυγγικές εκκρίσεις, συνήθως σε ασυμπτωματικούς εξεταζόμενους κατά τη διαδικασία ιχνηλάτησης διαγνωσμένου ασθενούς. Σπανιότερα γίνεται χρήση του όρου «μόλυνση» για την περιγραφή των ίδιων περιστατικών.

Στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, τη σύνταξη και επιμέλεια του οποίου είχε ο καθηγητής Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, το «κρούσμα» ερμηνεύεται ως «περιστατικό εκδήλωσης επιδημικής νόσου», παρέχοντας κάποια γλωσσική νομιμοποίηση για τη χρήση του. Στο ίδιο λεξικό το «περιστατικό» ορίζεται ως «συμβάν» (π.χ., ανησυχητικό, απρόβλεπτο, τυχαίο) και ως ιατρικός όρος «συγκεκριμένη περίπτωση εμφάνισης προβλήματος υγείας». Η «μόλυνση» ερμηνεύεται ως «μορφή ρύπανσης που χαρακτηρίζεται από την παρουσία παθογόνων μικροοργανισμών» και στη ιατρική ο ίδιος όρος περιγράφει «την προσβολή ενός οργανισμού από παθογόνο μικρόβιο και τις συνακόλουθες επιπτώσεις». Συνεπώς, στην πλούσια ελληνική γλώσσα ο όρος «μόλυνση από κορωνοϊό» φαίνεται να περιγράφει καλύτερα τον διεθνή όρο Coronavirus Case, από τον γενικότερο όρο «περιστατικό» και τον όρο «κρούσμα», που όμως επικράτησε. Σύντομη αναδρομή στην ιστορία της εξάπλωσης της πανδημικής γρίπης μέσα από τον Τύπο του 1918 δείχνει ότι όλες σχεδόν οι αναφορές νέων κρουσμάτων συνοδεύονται από τον αριθμό όσων απέβησαν θανατηφόρα. Την εποχή εκείνη, λόγω έλλειψης διαγνωστικών μέσων, στα θανατηφόρα κρούσματα γρίπης χρεώνονταν οι θάνατοι από πνευμονία και άλλα νοσήματα του αναπνευστικού και βέβαια από την ασιτία που μάστιζε τη φτωχή και ταλαιπωρημένη από τους πολέμους Ελλάδα.

Στην πρόσφατη πανδημία, η πρόοδος της ιατρικής μάς βοήθησε να ξεχωρίσουμε τη μόλυνση από το κρούσμα με τη σχεδόν θανατηφόρo έκβαση. Τώρα πλέον γνωρίζουμε ότι περίπου το 70% αυτών που ανακοινώνονται ως «κρούσματα» θα είναι ασυμπτωματικοί ή με ελάχιστα ήπια συμπτώματα, ενώ ελάχιστοι θα κινδυνεύσουν να χάσουν τη ζωή τους.

Φαίνεται ότι στις μέρες μας χρησιμοποιείται ο όρος «κρούσμα» για να δηλώσει σχετιζόμενα με την πανδημία περιστατικά, χωρίς όμως εκδήλωση νόσου.

Για τους παραπάνω λόγους, προτείνεται η αντικατάσταση του όρου «κρούσμα» από τον όρο «μόλυνση», γιατί αποδίδει καλύτερα την πραγματικότητα και συμβάλλει, στον καιρό της πανδημίας, στη μείωση του άγχους που προκύπτει από την άσκοπη επανάληψη περιστατικών τα οποία ίσως να μην είναι τελικά κρούσματα.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Ι. Γουργουλιάνης είναι καθηγητής Πνευμονολογίας στο Ιατρικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, διευθυντής της Πνευμονολογικής Κλινικής του πανεπιστημίου.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *