Η συνάντηση, στην ελληνική πρεσβεία μιας ευρωπαϊκής πόλης λίγα χρόνια πριν. Μετά τη χειραψία (που τότε ήταν εφικτή) με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την τυπική εισαγωγή περί της επαγγελματικής μου δραστηριότητας, ακολούθησαν τα δύσκολα… Ποια είναι η γνώμη σας, με ρώτησε, για την ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας στην Ελλάδα μας; (Μου άρεσε το «μας», αν και δεν είναι ακόμα δυνατόν να ψηφίζουν οι Ελληνες του εξωτερικού.) Και τότε άκουσα τον εαυτό μου να λέει: Να επενδύσουμε σε ανθρώπους και όχι σε θεσμούς!

Το 2020, που είναι φορτισμένο από τον κορωνοϊό, έχει φέρει στο προσκήνιο την επιστημονική έρευνα, που ίσως ενδιαφέρει περισσότερο από το ποιοι πήγαν φέτος στη Μύκονο, την ομορφιά του αυγουστιάτικου φεγγαριού ή τις φωτογραφίες στις παραλίες που γεμίζουν το Facebook.

Ας ξεκινήσουμε από την απλή διαπίστωση: Χωρίς έρευνα, το αύριο είναι ίδιο με το σήμερα. Το 2020 θα ήταν ίδιο με το 1020 ή το 520. Δηλαδή χωρίς γνώση των μικροβίων, χωρίς αντιβιοτικά, αντισυλληπτικά, χωρίς καθαρό νερό, χωρίς αναισθησία στις εγχειρήσεις, χωρίς ψυγείο, χωρίς τουαλέτα, χωρίς υπολογιστές, με προσδόκιμο επιβίωσης λιγότερο από 40 χρόνια. Συμπέρασμα: Η έρευνα είναι απαραίτητη για την πρόοδο της κοινωνίας και τη βελτίωση της ζωής.

Η έρευνα έχει δύο κυρίως μορφές: α) έρευνα της περιέργειας, που γεννιέται και θεριεύει από τα ερωτήματα και την επιμονή της ερευνήτριας και β) εφαρμοσμένη έρευνα, που κατευθύνεται από την ανάγκη της επίλυσης ενός προβλήματος, όπως το εμβόλιο για τον κορωνοϊό. Και οι δύο μορφές έρευνας έχουν καθοριστικά συνεισφέρει στον τρόπο ζωής και γνώσης όπως τον ξέρουμε σήμερα.

Η Ελλάδα μας ως μικρή σε πληθυσμό χώρα, και με τόσες οικονομικές καταστροφές από τη δημιουργία του κράτους των 200 τελευταίων ετών, λίγα έχει προσφέρει στη διεθνή επιστημονική έρευνα. Αν, δε, τη συγκρίνουμε με χώρες των περίπου 10 εκατ. πολιτών (Βέλγιο, Ελβετία, Σουηδία, Ισραήλ, Πορτογαλία), η θέση της είναι μάλλον δυσμενής. Η βαθμολογία λοιπόν της Ελλάδος στην έρευνα σχετικά με τον πληθυσμό (δηλαδή τον αριθμό ερευνητριών) είναι μάλλον μετεξεταστέα, όπως λέγαμε στα γυμνασιακά μας χρόνια. Σημειώστε πως όταν γράφω «ερευνήτρια» εννοώ και ερευνητές (για να αποφύγω το κακόγουστο ερευνήτ-ρια/ής).

Επειδή λοιπόν η χώρα μας είναι μετεξεταστέα (και όχι απορριπτέα) στην έρευνα, ας δούμε πώς μπορούμε να βελτιώσουμε την κατάσταση. Επιτρέψτε μου εδώ να ονειρευτώ για μια στιγμή: σπουδαίες ανακαλύψεις στην Ελλάδα που αλλάζουν τον τρόπο που σκεφτόμαστε, οδηγούν σε κατανόηση της αιτιολογίας των ασθενειών, εισάγουν νέες θεραπείες, παράγουν ενέργεια από απρόβλεπτες πηγές, δημιουργούν νέα τεχνολογία, ανοίγουν ένα παράθυρο σε άγνωστες λειτουργίες του εγκεφάλου, καταπολεμούν τη φτώχεια, απαλύνουν τον πόνο… Ερευνήτριες στην Ελλάδα με βραβεία Νομπέλ, που είναι το καμάρι της πολιτείας και των πολιτών! Επειτα από αυτόν τον χείμαρρο ευτυχίας, ξανάρχομαι στο συμπέρασμα: Να επενδύσουμε σε ανθρώπους και όχι σε θεσμούς! Να ποτίσουμε τα ταλέντα, γιατί ούτως ή άλλως μας είναι αδύνατο να ανταγωνιστούμε στα οργανωμένα και πολυδάπανα προγράμματα της εφαρμοσμένης έρευνας.

Τι θα πει αυτό πρακτικά; Ιδού η προσωπική μου γνώμη. Δημιουργία χρηματοδότησης της έρευνας στοχευμένη σε ερευνήτριες. Ενα όργανο, δηλαδή, στο οποίο η ερευνήτρια θα υποβάλλει την επιστημονική της πρόταση για χρηματοδότηση. Η επιστημονική αξία και τo ποιόν της ερευνήτριας κρίνονται από επιτροπή (διεθνή, ειδική, χωρίς συγκρουόμενα συμφέροντα), και το ερευνητικό πρόγραμμα χρηματοδοτείται ή όχι. Η χορηγία για την έρευνα δίνεται στην ερευνήτρια και όχι τόσο στο ινστιτούτο που τη στεγάζει. Δηλαδή, το ίδρυμα είναι κάτι σαν ερευνητικό ξενοδοχείο που το χρησιμοποιεί η ερευνήτρια για την πραγμάτωση της έρευνας. Το όργανο χρηματοδότησης, ας το ονομάσουμε «Ελληνικός Οργανισμός Επιστημονικής Ερευνας», δέχεται αιτήσεις για χρηματοδότηση δύο φορές τον χρόνο, σε τακτές ημερομηνίες, έτσι ώστε οι ανταγωνιστικές ερευνήτριες να έχουν την ευκαιρία συνεχούς και όχι περιστασιακής ή διακεκομμένης χρηματοδότησης. Ο «Ελληνικός Οργανισμός Επιστημονικής Ερευνας» έχει πάγιο και σταθερό προϋπολογισμό που αποτελεί ένα ποσοστό των εξόδων του κράτους. Ο Οργανισμός λειτουργεί σαν μια δαρβινική αρένα: οι καλύτερες ερευνήτριες επιβιώνουν και συνεχίζουν τις ερευνητικές τους δραστηριότητες. Οσο δηλαδή είναι παραγωγικές, μένουν στο ερευνητικό ξενοδοχείο. Αν κουραστούν, ή στερέψουν σε ιδέες, ή τελειώσουν την έρευνά τους, φεύγουν από τη δαρβινική αρένα, όπως φεύγουν οι αθλητές όταν δεν είναι πλέον ανταγωνιστικοί.

Και τι θα γίνει με όλα τα άλλα που πηγάζουν από την έρευνα; Καινοτομία, επιχειρηματικότητα, εταιρείες, τεχνολογία; Μα αγαπητοί μου, όλα αυτά θα γίνουν από τις ερευνήτριες! Αυτές θα κάνουν ινστιτούτα, εταιρείες, σχολές σκέψης, μετάδοση της φλόγας της γνώσης και θα δημιουργήσουν από τη βάση τη θαυμαστή και ανταγωνιστική ερευνητική υποδομή στην Ελλάδα.

Ως επίλογος και κάτι προσωπικό. Η ερευνήτρια έλκεται από δύο στοιχεία: τον μαγνήτη της χρηματοδότησης και τη συγκέντρωση εγκεφάλων. Ετσι και εγώ ξαναγύρισα στην Ευρώπη στοχεύοντας στην Ελβετία γιατί, μεταξύ άλλων, έχει το όργανο χρηματοδότησης της έρευνας, τον Ελβετικό Εθνικό Οργανισμό Ερευνας (Swiss National Science Foundation) που είναι η μηχανή που «τρέφει και πυροδοτεί» την επιστημονική γνώση και τα συνακόλουθα. Με προϋπολογισμό 518 εκατ. ευρώ το 2019 για τις ερευνήτριες και άλλα 224 για την είσοδο νέων στην ερευνητική αρένα. Μια εμβρυϊκή υπηρεσία χρηματοδότησης της έρευνας, το ΕΛΙΔΕΚ, υπάρχει στο σημερινό οργανόγραμμα του κράτους. Εχει η Ελλάδα την πολιτική βούληση να το αναπτύξει σε κάτι ανάλογο;

* Ο κ. Στυλιανός Αντωναράκης είναι ομότιμος καθηγητής Γενετικής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, μέλος της Ελβετικής Ακαδημίας Επιστημών και πρώην πρόεδρος του Διεθνούς Οργανισμού Ανθρώπινου Γονιδιώματος (HUGO).

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *