Από την καταδίκη στη λογοδοσία

Δεν είναι καινούργιο φαινόμενο η χρήση σεξιστικών δηλώσεων ως εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης, ούτε η αδυναμία εκείνων που εκδηλώνουν σεξιστικές συμπεριφορές να ζητήσουν μια ουσιαστική συγγνώμη, ούτε η τάση τους να επιρρίπτουν στις γυναίκες πολιτικούς την ευθύνη για τις επιθέσεις που υφίστανται.

Αναδεικνύεται όμως ανάγλυφα πλέον, λόγω των ευκαιριών που προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε δημόσια πρόσωπα να εκφράζουν άκοπα και χωρίς φίλτρο τις πιο βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις τους, στις ίδιες τις πολιτικούς που πλήττονται να αντιδρούν και σε μια ολοένα και μεγαλύτερη μερίδα του κοινού να αναγνωρίζει τα φαινόμενα σεξισμού και να τα καταδικάζει.

Στην Αυστραλία, το 2012, η τότε πρωθυπουργός Τζούλια Γκίλαρντ, έπειτα από μήνες επιθέσεων για την εμφάνιση και την προσωπική της ζωή, βρέθηκε να κατηγορείται για σεξισμό από τον αρχηγό της αντιπολίτευσης – και απάντησε με μια αυτοσχέδια ομιλία που λέγεται πως άλλαξε για πάντα την πολιτική σκηνή της χώρας.

Στην Αγγλία, 18 γυναίκες βουλευτές αποχώρησαν πρόωρα από το κοινοβούλιο, πριν από τις εκλογές του 2019, λόγω των σεξιστικών επιθέσεων που είχαν δεχτεί κατά τη διάρκεια της θητείας τους – και το φαινόμενο καταγράφηκε από τις γυναικείες οργανώσεις και τον Τύπο ως ανησυχητική
κοινωνική τάση.

Στις ΗΠΑ, πριν από μερικές εβδομάδες, η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ απάντησε από το βήμα στο χυδαίο σχόλιο του βουλευτή Τεντ Γιόχο προς το πρόσωπό της, και η απάντησή της βρήκε απήχηση σε όλο τον κόσμο.

Δεν είναι, λοιπόν, ούτε ελληνικό φαινόμενο. Δεν αποτελεί καν αποκλειστικότητα της πολιτικής σκηνής. Μόνο που, στο άλλο πεδίο της δημόσιας ζωής όπου το συναντάμε, στον χώρο των επιχειρήσεων, η οργανωσιακή θεωρία έχει καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα για την αντιμετώπισή του.

Δεν αρκεί, λέει, να υποστηρίζεις ότι οι έμφυλες διακρίσεις στο εταιρικό περιβάλλον δεν είναι δίκαιες και ηθικές. Δεν αρκεί ούτε να παρουσιάζεις στη διοίκηση των επιχειρήσεων τα νούμερα που αποδεικνύουν ότι η ισότητα κάνει καλό στα κέρδη. Ούτε η επιμόρφωση των εργαζομένων πάνω στο θέμα αρκεί για να φέρει την αλλαγή, ούτε η νομοθεσία.

Το μόνο πράγμα που λειτουργεί, συστηματικά και μακροπρόθεσμα, είναι το να εισάγεις τον στόχο –την ισότητα και τη συμπερίληψη, την εξάλειψη του σεξισμού– ως ένα νέο, σταθερό κριτήριο αξιολόγησης των στελεχών και των μάνατζερ της εταιρείας.

Μόνο από τη στιγμή που ηγέτες και προϊστάμενοι αρχίζουν να αξιολογούνται και να λογοδοτούν με βάση και το πόσο ισότιμα διοικούν τις ομάδες τους αρχίζει να σημειώνεται ουσιαστική πρόοδος στη συμμετοχή, στην εκπροσώπηση και στη μεταχείριση των γυναικών μέσα στην εταιρεία.

Το μήνυμα αυτό αργεί να φτάσει στον ελληνικό δημόσιο λόγο.

Για να σημειώσουμε κι εδώ πρόοδο δεν αρκεί να καταδικάζονται οι σεξιστικές συμπεριφορές από μέλη και οπαδούς αντίπαλων κομμάτων. Δεν αρκεί να καταδικάζονται από τη μερίδα του κοινού που ευαισθητοποιείται όλο και περισσότερο στα θέματα της έμφυλης ισότητας. Δεν αρκεί να καταδικάζονται από τα τμήματα φύλου των κομμάτων και την εκάστοτε Γενική Γραμματεία Ισότητας. Δεν αρκεί να καταδικάζονται από τις ίδιες τις γυναίκες πολιτικούς που τα υφίστανται.

Χρειάζεται να καταδικάζονται από όλους τους παραπάνω, αλλά δεν αρκεί.

Το μόνο πράγμα που θα λειτουργήσει, συστηματικά και μακροπρόθεσμα, είναι να οδηγήσουν οι φραστικές αυτές καταδίκες στην ανάπτυξη μηχανισμών λογοδοσίας μέσα στα ίδια τα κόμματα, στα όργανα της κυβέρνησης, στους κρατικούς θεσμούς.

Να πάψει ο σεβασμός των αρχών της ισότητας και της προσωπικότητας συνεργατών, αντιπάλων, πολιτών και κρατικών λειτουργών να αποτελεί ένα υποκειμενικό, προαιρετικό κριτήριο εκτίμησης της ευαισθησίας ή της ευπρέπειας των πολιτικών.

Να καταγραφεί ως αδιαπραγμάτευτο και μετρήσιμο στοιχείο αξιολόγησης της ικανότητάς τους να νομοθετούν, να κυβερνούν, να γίνονται πρότυπα αξιών και συμπεριφοράς – από τη στιγμή που, ως πρότυπα, κανονικοποιούν τις παθογένειες της κοινωνίας μας ή το όραμα που θέτουμε για το μέλλον.

«Το ζήτημα», είπε μπροστά στο αμερικανικό κοινοβούλιο η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, «δεν έχει να κάνει με ένα μεμονωμένο περιστατικό. Είναι πολιτισμικό. Πηγάζει από μια κουλτούρα ατιμωρησίας, αποδοχής της βίας και του βίαιου λόγου εναντίον των γυναικών. Πηγάζει από μια ολόκληρη δομή εξουσίας που το υποστηρίζει. Το να βλέπω το Κογκρέσο μας να αποδέχεται τη δικαιολογία του ως απολογία και τη σιωπή ως μια μορφή αποδοχής», πρόσθεσε, «αυτό δεν μπορώ να το επιτρέψω».

* Η κ. Στέλλα Κάσδαγλη είναι συνιδρύτρια του οργανισμού Women on Top και συγγραφέας.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *