«Βρέξει χιονίσει, η Αθήνα θα ποδηλατήσει»

Εργο της Μαρίας Διακοπαναγιώτου από το πρότζεκτ «Enter» του Ιδρύματος Ωνάση. Το Ιδρυμα αναθέτει σε δημιουργούς από όλο τον κόσμο νέα, πρωτότυπα έργα φτιαγμένα μέσα σε 120 ώρες. Περισσότερα: onassis.org/enter.

Οσο κρατούσε ακόμα η καραντίνα, στη Βιέννη οι υπεύθυνοι του Μουσείου Ιστορίας σκέφτηκαν πως θα ’ταν χρήσιμο να δημιουργήσουν μια «πτέρυγα κορωνοϊού». Για τις επόμενες γενιές. Που θα είναι βέβαια διαδικτυωμένες, πιθανόν εξοπλισμένες και με «εφαρμογές» εμφυτευμένες στο ίδιο τους το σώμα και όχι στο κινητό τους, ίσως όμως θα ’χουν πού και πού την όρεξη να ψηλαφούν τον πραγματικό κόσμο. Αυτόν που κινδυνεύουμε κι εμείς να τον στερηθούμε, με την απαγόρευση της αφής, της επαφής, της γειτνίασης. Ισως δηλαδή θα θέλουν να βλέπουν με τα ίδια τους τα μάτια κάποια τμήματα του κόσμου στις τρεις τους διαστάσεις, που είναι κάτι διαφορετικό από το να τα βλέπουν σε κάποια οθόνη με το σύστημα 3D.

Τέλη Μάρτη λοιπόν, οι Βιεννέζοι μουσειάρχες ζήτησαν από τους Αυστριακούς να γίνουν συνδημιουργοί της νέας πτέρυγας. Να στείλουν στο μουσείο οικογενειακές, εργασιακές ή ατομικές φωτογραφίες της εσώκλειστης καθημερινότητάς τους, καθώς και αντικείμενα που μπήκαν στη ζωή τους εξαιτίας του κορωνοϊού. Μάσκες ας πούμε, κατά προτίμηση αυτοσχεδιασμένες, γάντια, πινακίδες με εικονογραφημένες εντολές για την τήρηση των αποστάσεων (αρχίσαμε να φοβόμαστε το δεύτερο κύμα της πανδημίας κι ακόμα δεν ξέρουμε αν το ασφαλές είναι τα δύο μέτρα ή το ενάμισι), πατέντες κάθε λογής, χρήσιμες ή της πλάκας, δηλαδή ακόμα πιο χρήσιμες.

Οι Βιεννέζοι ανταποκρίθηκαν ταχύτατα σ’ αυτό το αρκετά παράδοξο εγχείρημα ακινητοποίησης της τρέχουσας ιστορίας και μνημειοποίησής της ενόσω είναι ακόμα ρευστή. Εγινε μάλιστα γνωστό ότι και άλλες πόλεις, αυστριακές και γερμανικές, πήραν την ίδια απόφαση, να μετατρέψουν σε έκθεμα ένα παγκόσμιο δράμα που δεν λέει να τελειώσει. Οι πιθανότητες να αντέγραψαν οι ξένοι, για πολλοστή φορά, τη δική μας πρωτοποριακή επινοητικότητα δεν είναι λίγες. Εξηγούμαι: Και οι πιο νυσταλέοι ή αφηρημένοι περιπατητές της Αθήνας, και μάλλον όλων των υπόλοιπων μεγάλων πόλεών μας, θα έχουν προσέξει –με φόβο, θυμό ή αηδία– πόσο συχνές είναι οι συναντήσεις τους στον δρόμο με πεταμένες μάσκες και γάντια. Θα συμφωνούν λοιπόν ότι, πινελιά την πινελιά, σχηματίστηκε αυθορμήτως και αντιγραφειοκρατικώς ένα ανοιχτό μουσείο κορωνοϊού, που σίγουρα ενέπνευσε τους Βιεννέζους.

Οχι, ποδονάρια δεν έχουν εντοπιστεί ακόμα σε δρόμους και πεζοδρόμια. Για τις μάσκες πάντως και τα γάντια είναι αξιοσημείωτα τα εξής: Πρώτον, ότι τα περισσότερα τα βλέπεις πεταμένα αρκετά μακριά από καλάθια και κάδους απορριμμάτων. Δεν μπορείς λοιπόν να ψευτοπαρηγορηθείς, λέγοντας από μέσα σου ότι ξέφυγαν κατά τη μεταφόρτωσή τους στο αυτοκίνητο της αποκομιδής. Και δεύτερον, πολλά έχουν συμπληρώσει πλέον δίμηνη ελεύθερη ζωή, μακριά από ρυπαρές χωματερές, αρμονικά ενταγμένα στον αστικό ιστό. Να τα βλέπουμε όλοι και να τα κουβεντιάζουμε με απορία και παράπονο, αλλά κατά κάποιο μαγικό τρόπο να είναι συγχρόνως αόρατα, άρα και ασύλληπτα.

Προσωπική ευθύνη, ή μάλλον ανευθυνότητα; Βεβαίως. Βεβαιότατα. Ακόμα κι αν δεν βλέπεις απορριμματοδοχείο σε ακτίνα πενήντα ή και εκατό μέτρων, κράτα την τη μασκούλα σου, μην την πετάς στον δρόμο για να κάνει παρέα στα γάντια που πέταξε νωρίτερα ο χρηστός συμπολίτης σου. Μη δείχνεις και με αυτόν τον τρόπο πόσο ξένη και αντιπαθητική σού είναι η πόλη όπου γεννήθηκες, και πόσο συνειδητό δολιοφθορέα της σε καταντάει μια αδιαφορία ή αποστροφή που τελικά εξαλλάσσεται σε μίσος. Μην πετάς (όχι στον δρόμο, αλλά στα μούτρα όλων των υπόλοιπων) και τις φωλιές του κορωνοϊού. Πέτα μονάχα το τσιγαροκούτι σου, ιδίως αν είσαι νεοπροσήλυτος του καπνίσματος, οπότε πρέπει να βιώσεις τη μαγκιά στην απόλυτη τιμή της. Πέτα το πλαστικό σου μπουκαλάκι. Το τσιγκάκι του αναψυκτικού. Το κυπελλάκι του παγωτού. Το ποτήρι της καφεδιάς. Και τη διαφημιστική χαρτούρα που βρίσκεις κάθε πρωί κάτω από τους υαλοκαθαριστήρες του αυτοκινήτου σου, σουβλατζίδικα, μαγέρικα, φροντιστήρια, φύλαξη χαλιών, καινούργιες καφετέριες, νέα κομμωτήρια, κι άλλα σουβλατζίδικα.

Η προσωπική ευθύνη/ανευθυνότητα όμως είναι ο ένας μόνο υπαίτιος που η πόλη (η πρωτεύουσα και η πλειονότητα των περιφερειακών απομιμήσεών της, ιδίως των υπερτουριστικών) φαίνεται να φοράει πάντα τα ρυπαρά της, ακόμα και μια ανάσα από τα τοπόσημά της. Ο άλλος φταίχτης είναι η πολιτεία. Πάντοτε ονειροπόλα με τα τρανά και τα σπουδαία (στην προεκλογική περίοδο, όταν τα «οράματα» ψηφοθηρούν, γράφεται με ωμέγα: ονειροπώλα), και βαριεστημένη ή ημιαδιάφορη με τα άσημα, τα τετριμμένα, τα εκτός κάμερας.
Βλέπεις, για παράδειγμα, να περνάει καμαρωτό το δημοτικό απορριμματοφόρο με το σλόγκαν «Βρέξει χιονίσει, η Αθήνα θα καθαρίσει» και μελαγχολείς σαρκάζων και αυτοσαρκαζόμενος. Οχι βέβαια επειδή ο δεύτερος στίχος είναι πλαδαρός, υπέρμετρος, αλλά επειδή θυμάσαι τις προ τριμήνου αυτοντοπαριστικές δηλώσεις του δημάρχου Αθηναίων Κώστα Μπακογιάννη. Τότε που υδροφόρες, σάρωθρα, πλυστικά πεπιεσμένου νερού, κάμερες και φωτογραφικές μηχανές καθάρισαν μια ντουζίνα δρόμους, κι έδωσαν την ευκαιρία στον κ. Κώστα Μπακογιάννη να μας διαβεβαιώσει ότι «ο Δήμος των Αθηναίων έχει μετατραπεί σε έναν αεικίνητο μηχανισμό παρέμβασης», ώστε, «με απόλυτο συντονισμό των υπηρεσιών, να αλλάξει η εικόνα και η ουσία στις γειτονιές μας».

Ο μελαγχολικός (αυτο)σαρκασμός σου αποκτά νέο περιεχόμενο όταν θυμάσαι και κάτι ακόμα: ότι αυτό το «βρέξει χιονίσει» το αγαπάει πολύ ο κ. Μπακογιάννης. Το είχε χρησιμοποιήσει και τα Χριστούγεννα του 2019, επί τη φωταγωγήσει του χριστουγεννιάτικου δέντρου στην πλατεία Συντάγματος. «Βρέξει χιονίσει, η Αθήνα θα φωτίσει» είχε πει τότε, με την αστοχία στον δεύτερο στίχο να μην είναι μετρική αυτή τη φορά αλλά νοηματική. Μάλλον «θα φωτιστεί» θα ’πρεπε να πει, εκτός κι αν ήθελε να υπονοήσει ότι η Αθήνα οφείλει να διεκδικήσει τον τίτλο της Πόλης των Φώτων από το Παρίσι. Να περιμένουμε λοιπόν να τριτώσει το καλό στις επόμενες δημοτικές εκλογές: Γιγαντοαφίσες με την Παλλάδα Αθηνά στο ένα τους μισό, σαν εικόνισμα της πόλης της, και τον δήμαρχο στο άλλο μισό να λέει, τι άλλο: «Βρέξει χιονίσει, η Αθηνά θα με ψηφίσει». Εκτός αν αλλάξει επίπεδο.

Αλλά όχι. Το καλό τρίτωσε ήδη, όταν με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, χωρίς διαβούλευση και χρονοβόρες συζητήσεις με εμπειρογνώμονες και πληττόμενους, χωρίς συνεκτίμηση της αποκαρδιωτικής κατάστασης των μέσων μαζικής μεταφοράς, χωρίς σχέδιο στην ουσία πλην με απευθείας αναθέσεις, ο δήμαρχος αποφάσισε ότι «βρέξει χιονίσει, η Αθήνα θα ποδηλατήσει». Και θα περπατήσει επίσης. Επί της πεζοδρομούμενης Πανεπιστημίου, δηλαδή του μοναδικού άξονα της πόλης με κάποιο πλάτος. Πότε όλα αυτά; Πότε να παρατήσουμε τα αυτοκίνητά μας; Τώρα. Τώρα που ο πρωθυπουργός μάς συμβουλεύει να αποφεύγουμε λεωφορεία και μετρό, λόγω κορωνοϊού, και να εμπιστευόμαστε το γιωταχί μας. Τα ’χουν αυτά τα προβλήματα ασυνεννοησίας οι μεγάλες οικογένειες. Μόνο που έτσι, κάτι καλό πάει να καεί.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *