Τον Τσιόδρα ή την πλατεία;

Το τσουλούφι του προέδρου Τραμπ είναι ολόιδιο στο σχήμα και στο χρώμα με το τσουλούφι του Ντένις του τρομερού. Ευτυχής σύμπτωση, αλήθεια, διότι ο ένοικος του Λευκού Οίκου δεν είναι παρά ένα γερασμένο καρτούν…

Ο τρόπος με τον οποίο ο λοιμωξιολόγος Σωτήρης Τσιόδρας αποχαιρέτησε τον κόσμο, που κρεμόταν από τα χείλη του καθημερινά επί τέσσερις μήνες, με έκανε να συνειδητοποιήσω το μυστικό της επιτυχίας του. Εννοώ εκείνο το στοιχείο της προσωπικότητάς του που τον έκανε να γίνεται αμέσως όχι μόνον αξιόπιστος, αλλά και γνησίως αγαπητός – κάτι που υποθέτω ότι κάθε πολιτικός και κάθε δημόσιο πρόσωπο θα ήθελε να κατέχει. Οχι δηλαδή ότι το έκρυβε ο άνθρωπος, διότι ήταν αισθητό από την αρχή στην ποιότητα του δημόσιου λόγου του.

Το στοιχείο που έκανε τη διαφορά στην περίπτωσή του, εκείνο που μας ξάφνιασε (ευχάριστα) από την πρώτη κιόλας στιγμή που τον είδαμε από την τηλεόραση να εξηγεί την πορεία της πανδημίας στη χώρα μας, ήταν, νομίζω, η ψυχική καλλιέργειά του. Σε αυτή οφείλεται η εντιμότητα, που του επέτρεπε να μοιράζεται μαζί μας κάθε μέρα τη γνώση του, αλλά και την άγνοιά του. Η δεύτερη, μάλιστα, ίσως είναι σημαντικότερη από την πρώτη, διότι κατά κάποιο τρόπο είναι η άγνοια που εγγυάται τη γνώση.

Παραδοξολογώ βέβαια, αλλά είναι παρατηρημένο ότι ευκολότερα μας πείθει εκείνος που αναγνωρίζει τα όρια της γνώσης του, που δεν φοβάται να πει «δεν ξέρω», παρά ο άλλος που παριστάνει ότι έχει απαντήσεις για τα πάντα. (Υπό την προϋπόθεση ότι μιλάμε για λογικούς ανθρώπους – τους «επιεικέστατους» κατά τον Πλάτωνα.) Γιατί αυτό; Διότι ο πρώτος, εφόσον παραδέχεται την άγνοιά του, δεν έχει να κρύψει κάτι από το κοινό του και επομένως χρησιμοποιεί μια γλώσσα καθαρή για να επικοινωνήσει, ενώ ο δεύτερος σκεπάζει την άγνοια που δεν θέλει να αποκαλύψει με αυτό που λέμε «ξύλινη γλώσσα», δηλαδή μια γλώσσα που συντίθεται από κατά κανόνα ανούσια στερεότυπα.

Ηταν, λοιπόν, η ευθύτητα της εντιμότητάς του εκείνο που μας έκανε να τον προσέξουμε, να πεισθούμε να ακολουθήσουμε τις συμβουλές του και, ναι, να τον αγαπήσουμε. Δεν συμφωνούν όλοι, βέβαια, με αυτή την εκτίμηση για το πρόσωπο του καθηγητή Τσιόδρα. Ο Νίκος Φίλης, φέρ’ ειπείν, ο οποίος τον τελευταίο καιρό δείχνει να έχει αναλάβει προσωπικά την αντιπολίτευση στην κυβέρνηση, δήλωσε στη Βουλή, με αφορμή την ανανέωση της θητείας του Γιάννη Στουρνάρα στην Τράπεζα της Ελλάδος, ότι εκτιμά μεν τον Σ. Τσιόδρα ως γιατρό και μάλιστα απεριόριστα, «αλλά δεν θέλουμε Τσιόδρες να κυβερνούν την κοινωνία. Δεν θέλουμε ούτε τραπεζίτες να κυβερνούν την κοινωνία».

Θυμάστε πώς ξεκινάει ο «Κρίτων» του Πλάτωνα; Τον κάναμε κάποτε στο σχολείο και, ασφαλώς, ο Ν. Φίλης –που ήταν και μελετηρός– θα το θυμάται. Ξεκινάει με έναν διάλογο του μελλοθάνατου Σωκράτη και του πλούσιου επισκέπτη του, ο οποίος έχει έλθει στη φυλακή για να τον πείσει να δραπετεύσει και να αποφύγει την επικείμενη θανάτωση, σχετικά με την αξία της γνώμης των πολλών έναντι της γνώμης των λογικών ανθρώπων («οι επιεικέστατοι» στο κείμενο). Στην περίπτωση της πανδημίας, οι λογικοί άνθρωποι είναι εκ των πραγμάτων οι ειδικοί, δηλαδή ο Τσιόδρας και η υπόλοιπη ομάδα των επιστημόνων που εκτιμούσαν καθημερινά τα δεδομένα και συμβούλευαν την κυβέρνηση.

Ωστόσο, ο Ν. Φίλης –ίσως λόγω της πολυθρύλητης «δημοκρατικής ευθιξίας» για την οποία επαίρετο ο Τσίπρας– δεν θέλει τους Τσιόδρες να κυβερνούν. Πότε όμως μας κυβέρνησε ο Τσιόδρας και δεν το πήραμε είδηση; Ο άνθρωπος απλώς συμβούλευε εκείνους που κυβερνούν για τη διαχείριση της κρίσης. Αν ο Φίλης εξισώνει τον συμβουλευτικό ρόλο του ειδικού με τον ρόλο των κυβερνώντων, τότε υποθέτω ότι στην ιδανική Πολιτεία του θα ήθελε ως σύμβουλο της κυβέρνησης την… πλατεία της Αγίας Παρασκευής! Επειδή έχω την εντύπωση ότι ο Φίλης ίσως να είναι λίγο σοβαρότερος από αυτά που λέει (πολύ λίγο), τείνω να αποδώσω τη συγκεκριμένη θέση του στην απογοήτευση του ΣΥΡΙΖΑ για την επιτυχή διαχείριση της κρίσης από την κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, είναι ο φθόνος, που ανέκαθεν υπήρξε κινητήρια δύναμη της πολιτικής και χάρη στην Αριστερά απέκτησε και ιδεολογικό περίβλημα.

Υποκλίσεις

Το πιο εκνευριστικό πράγμα από όσα υποχρεωθήκαμε να ανεχθούμε εξαιτίας του κορωνοϊού είναι το ηλίθιο τρίψιμο των αγκώνων. Αυτός ο χαιρετισμός υποκαθιστά τη χειραψία, χωρίς όμως να πετυχαίνει τίποτε ουσιαστικό, αφού η απόσταση μεταξύ εκείνων που χαιρετιούνται με τον συγκεκριμένο τρόπο είναι, αν το προσέξετε, μικρότερη από ό,τι στην περίπτωση της κλασικής χειραψίας. Με την αγκωνιά αποφεύγεις μεν την απευθείας επαφή, αλλά δεν αυξάνεις την απόσταση ασφαλείας, μάλλον τη μειώνεις. 

Η ασφαλέστερη λύση, νομίζω, θα ήταν η υπόκλιση. Δεν εννοώ, προς Θεού, τη βαθιά υπόκλιση – τη ρεβεράντζα, που λέμε. Ενα νεύμα της κεφαλής αρκεί, χωρίς να χρειάζεται κάποιος να λυγίσει τη μέση. Αλλά στην εποχή που τη μόδα την καθορίζουν κάτι ζωώδεις ράπερ, η υπόκλιση είναι μακρινό παρελθόν. Πολύ μακρινό, αν σκεφτεί κανείς ότι ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν αρχίζει να αναδύεται το μοντέλο της σύγχρονης δημοκρατικής κοινωνίας, η υπόκλιση ήταν ξεπερασμένη. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Γεωργίου Ουάσιγκτον, που τον κατηγορούσαν πίσω από την πλάτη του για φιλομοναρχικές τάσεις, επειδή ως πρόεδρος χαιρετούσε με υπόκλιση και ποτέ με χειραψία.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *