Κοιτάζοντας την (προσώρας) αναδίπλωση του Ερντογάν απέναντι στην Ελλάδα, αντλούνται χρήσιμα συμπεράσματα. Ασφαλώς πρώτο ρόλο έπαιξε η στρατιωτική μας ετοιμότητα, η αξιόπιστη απειλή ενός θερμού επεισοδίου. Η αμυντική αποτρεπτικότητα είναι η πρώτη προϋπόθεση ασφαλούς συνύπαρξης με διεκδικητικούς γείτονες.

Ομως είναι λεπτή η γραμμή που χωρίζει τον σκληρό ρεαλισμό από τη μέθη της υπερβολής. Πρέπει να είσαι έτοιμος για τις κανονιοφόρους εάν χρειαστεί, αρκεί να μη θεωρήσεις ότι αποτελούν τη λύση στο πρόβλημα.

Οργίασαν οι εγχώριες αναλύσεις ότι η Ελλάδα πρέπει όχι μόνο να αμυνθεί αλλά να καταφέρει το πρώτο πλήγμα. Πρωτοσέλιδο σεβάσμιας εφημερίδας διαλαλούσε ότι «ο Ιούλιος του Εσκί Σεχίρ δείχνει τον δρόμο» – ο καλός συντάκτης παρέλειψε να διαβάσει τα τελευταία κεφάλαια της ένδοξης Μικρασιατικής εκστρατείας. Αλλο η προς τα έξω επίδειξη ισχύος και άλλο να παρασύρεσαι από τη ρητορική σου. Αλλο η δημιουργία εσωτερικού μετώπου κι άλλο η πλειοδοσία πατριδοκαπηλείας που εγκλωβίζει σε φαύλους κύκλους κλιμάκωσης χωρίς επιστροφή.

Είναι κοινό μυστικό ότι οι πιέσεις της Ευρώπης και η επιμονή του Βερολίνου συνέβαλαν στο να ανακαλέσει ο Ερντογάν το «Ορούτς Ρέις». Διότι ο δεύτερος κρίσιμος πυλώνας αποτρεπτικότητας της χώρας είναι η ισχυρή πολιτική οικογένειά μας, το ΝΑΤΟ και ιδίως η Ε.Ε. Απέναντι στον οξυνόμενο ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων, Γαλλία και Γερμανία έχουν αποφασίσει ότι δεν θα αφήσουν την Ευρώπη να γίνει το γρασίδι στο οποίο θα παλεύουν τα βουβάλια. Βλέποντας την επιθετική ανάδυση της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο, η Γαλλία κινητοποιείται για να κατοχυρώσει σφαίρες επιρροής κι η Γερμανία για να αποτρέψει μια ακραία αποσταθεροποίηση.

Η Ευρώπη βέβαια, ως ατελώς ενοποιημένη στην εξωτερική πολιτική και άμυνα, λειτουργεί υπό το πλέγμα διακρατικών συμφερόντων, κρίσιμο συστατικό του οποίου είναι η οικονομική αλληλεξάρτηση. H Γερμανία εισάγει από την Τουρκία αγαθά αξίας 16,6 δισ. δολαρίων, και εξάγει προς την Τουρκία αγαθά αξίας 19,2 δισ. (ΕΛΙΑΜΕΠ/ MGI/ Alma Economics, στοιχεία 2019). Ομως οι γερμανικές εξαγωγές προς την Τουρκία αντιστοιχούν σε 0,5% του γερμανικού ΑΕΠ, ενώ οι τουρκικές εξαγωγές προς τη Γερμανία σε 2,2% του τουρκικού ΑΕΠ. Η σχέση δεν είναι ισοδύναμη.

H οικονομική αλληλεξάρτηση δημιουργεί αυξημένη ευπάθεια στον πιο αδύναμο κρίκο. H τουρκική οικονομία είναι ευάλωτη. Η επιμονή Ερντογάν στα πολύ χαμηλά επιτόκια, για να χρηματοδοτεί μια διαρκή επέκταση κατασκευών και κατανάλωσης, έχει οδηγήσει σε υψηλό πληθωρισμό και συνεχή πτώση της τουρκικής λίρας.

Αποταμιευτές κι επιχειρήσεις σπεύδουν να αποκτήσουν ευρώ ή δολάρια. Οσα συναλλαγματικά αποθέματα κι αν ξοδέψει η κεντρική τράπεζα, δεν μπορεί να ανακόψει την κατάρρευση της λίρας. Λόγω πανδημίας, η οικονομία δεν μπορεί πλέον να στηριχθεί σε εισροές τουριστών ή εξαγωγές. Η οικονομική αδυναμία επιτείνεται υπό την απειλή ευρωπαϊκών κυρώσεων. Η απειλή είναι αξιόπιστη.

Το καθεστώς Ερντογάν χαρακτηρίζεται από μια συνολική υπερεπέκταση. Οικονομικά, με μια οικονομία που λειτουργεί χάρη στη συνεχή ανακύκλωση δανεισμού. Πολιτικά, προσπαθώντας μετά το πραξικόπημα να ελέγξει την πολιτική ζωή εκκαθαρίζοντας πυρήνες αντιπολίτευσης. Γεωπολιτικά και στρατιωτικά, με επιχειρήσεις σε πολλαπλά μέτωπα, επιδιώκοντας να καταστεί κύρια δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή. Ιδεολογικά, προβάλλοντας ένα νέο-οθωμανικό όραμα Τουρκίας ως παγκόσμιο φάρο του σουνιτικού Ισλάμ. Ομως και τα πιο φιλόδοξα εγχειρήματα περιστέλλονται από τη δύναμη της πραγματικότητας.

Η εμπειρία δείχνει ότι οι χρηματοπιστωτικές φούσκες έχουν κοινή κατάληξη: είτε σκάνε, οδηγώντας σε κρίση και βίαιη προσαρμογή με μαζικές χρεοκοπίες, υποτίμηση του νομίσματος, εκτεταμένη λιτότητα. Είτε ξεφουσκώνουν σταδιακά, οδηγώντας στα ίδια αποτελέσματα αλλά με πιο βαθμιαίο τρόπο. Μπορείς να πολεμήσεις τη Δύση αλλά δεν μπορείς να νικήσεις τον νόμο της βαρύτητας.

Ολα αυτά υπενθυμίζουν πόσο η συμμετοχή μας στον πυρήνα της Ε.Ε. ήταν η σοφότερη στρατηγική επιλογή της Ελλάδας. Δεν είναι μόνο τα οικονομικά οφέλη ή ότι στηριζόμαστε σε σταθερούς εταίρους κι όχι ευκαιριακούς συμμάχους. Είναι επίσης ότι ανήκουμε σε μια οικογένεια κρατών που επιλύουν τις διαφορές τους πρωτίστως με τη δύναμη της διπλωματίας και της οικονομίας κι όχι με την κόψη του ξίφους και τις βροντές των κανονιοφόρων. Σε μια δικαιοκρατούμενη πολιτική οικογένεια, όπου οι αμοιβαίοι συμβιβασμοί είναι κανόνας συνύπαρξης και επίλυσης των διαφορών. Σε μια δημοκρατική κουλτούρα που προάγει τη μοναδικότητα της ανθρώπινης ζωής, το δικαίωμα στην ελευθερία, αυτοπραγμάτωση και ευημερία, που δεν θεωρεί την ανθρώπινη ζωή αναλώσιμη στον βωμό υπερφίαλων εθνικιστικών ή θρησκόληπτων φαντασιώσεων, που δεν αναζητεί νόημα ζωής στο ενδόξως θνήσκειν αλλά στα επιτεύγματα του ειρηνικού βίου. Είμαστε θεμελιωδώς διαφορετικό καθεστώς από τους γείτονές μας, πρέπει όμως να βρούμε τον τρόπο να συνυπάρξουμε.

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, γενικός διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *