Το έρεβος παραμένει

Η κ. Michelsohn ήταν η σύζυγος ενός δασκάλου ναζί, στην πολωνική πόλη Κέλμνο όπου βρισκόταν ένα από τα μεγάλα στρατόπεδα εξόντωσης Εβραίων. Στις επίμονα «διευκρινιστικές» ερωτήσεις του σκηνοθέτη Κλοντ Λανζμάν (δημοσιογράφου, επίσης, και συγγραφέα) απαντά σα να περιγράφει κάτι ασυνήθιστα απόμακρο, που άκουσε ή διάβασε. Ηλικιωμένη, πλέον, και ξερακιανή, θεωρεί ότι η διαφορά ανάμεσα στους Πολωνούς και στους Εβραίους είναι εμφανής, κι όταν ο σκηνοθέτης της ζητεί να εξηγήσει τι εννοεί, λέει: «Οι Πολωνοί δεν εξολοθρεύτηκαν όπως οι Εβραίοι». Περιγράφει την ατμόσφαιρα της περιοχής ως «πολύ θλιβερή και καταθλιπτική». «Κάθε μέρα κραυγές, κραυγές τρόμου», επαναλαμβάνει. «Ηταν λυπηρό, λυπηρό, λυπηρό». Ο Λανζμάν ρωτά πόσοι εξολοθρεύτηκαν στο στρατόπεδο. Και η συνομιλήτριά του: «400.000, 40.000, δεν ξέρω. Υπήρχε ένα 4, αυτό ξέρω».

Παρακολουθώντας, εκ νέου, ένα μέρος του μεγαλύτερου σε διάρκεια (10 ώρες περίπου) και σημαντικότερου ντοκουμέντου που γυρίστηκε για τον αφανισμό των Εβραίων της Ευρώπης από το ναζιστικό καθεστώς, ύστερα από πολλά χρόνια, διαπιστώνω ότι οι δεκαετίες μάλλον προσθέτουν στοιχεία στον όγκο των μαρτυριών, παρά αφαιρούν. Αντί, δηλαδή, ο χρόνος να εμφανίζει τα σημάδια του στη δουλειά του Λανζμάν, εν τω μεταξύ έχουν γυριστεί και δεκάδες ταινίες τεκμηρίωσης και μυθοπλασίας για το ίδιο θέμα, εντούτοις, αυτό που κατόρθωσε παραμένει αξεπέραστο. Κι όχι γιατί χρειάστηκαν περίπου 12 χρόνια γυρισμάτων (από το 1974 ώς το 1985 που προβλήθηκε η ταινία, εξαιρώντας μια 4ετία μοντάζ για τις 350 ώρες υλικού).

Το «Shoah» θα προβληθεί αύριο, 27/1, Διεθνή Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος, στο Exile room (στο Μοναστηράκι, από τις 2 το μεσημέρι  ώς τις 12.30 το βράδυ). Η προβολή και οι ομιλίες-παρεμβάσεις που τη συνοδεύουν διοργανώθηκαν από το Ινστιτούτο Γκαίτε της Αθήνας.

Ξαναβλέποντας το «Shoah» (εξολόθρευση, έρεβος, στα εβραϊκά), αντιλαμβάνεται κανείς τι σημαίνει δέσμευση σε ένα σκοπό (ο Λανζμάν πέθανε το 2018, 92 ετών), τι σημαίνει γυρίζω ένα ντοκιμαντέρ που αλλάζει το βλέμμα του κόσμου πάνω στην Ιστορία, αξιοποιώντας την έρευνα, τη μνήμη, τους τόπους και τα πρόσωπα· τις αφηγήσεις Πολωνών χωρικών/συνενόχων/παρατηρητών της εξόντωσης, θυμάτων και Γερμανών θυτών αλλά και Εβραίων κρατουμένων «εργατών» στους θαλάμους αερίων και στα κρεματόρια. Ενα πλέγμα τοπίων (ανθρώπινων και γεωγραφικών), που έχουν «παγώσει» στον χρόνο. «Πήγα στα μέρη αυτά και κατάλαβα ότι πρέπει να συνδυάσει κανείς τα πράγματα. Πρέπει να γνωρίζεις και να δεις, να δεις και να γνωρίζεις», έχει πει ο ίδιος ο Λανζμάν.

Το «Shoah» ξεκινά σχεδόν ειδυλλιακά, με μια βαρκάδα στον ποταμό Narew, όπου ένας ώριμος άνδρας τραγουδάει παραδοσιακά πολωνικά και γερμανικά τραγούδια. Είναι ο Simon Srebnik ένας από τους δύο επιζώντες του Κέλμνο, τον οποίο ανακάλυψε ο Λανζμάν στο Τελ Αβίβ και τον έπεισε να επιστρέψει στην Πολωνία. Τότε, το 1941 ήταν 13 χρόνων. Οταν γυρίζεται το ντοκιμαντέρ είναι 47. Τότε, ήταν ένα αποστεωμένο αγόρι, που κυκλοφορούσε στο χωριό με αλυσίδες στα πόδια, όπως όλοι οι Εβραίοι του στρατοπέδου, και οφείλει την επιβίωσή του, εν μέρει στην εξαιρετική τύχη του (πυροβολήθηκε στο κεφάλι) και εν μέρει στην εξαιρετική φωνή του.

Ο χειρισμός του σκηνοθέτη είναι αριστοτεχνικός. Τοποθετεί τον Simon (ένα από τα πολλά πρόσωπα της ταινίας), ανάμεσα στους κατοίκους του Κέλμνο, έξω από την εκκλησία, την ημέρα μιας θρησκευτικής γιορτής και λιτανείας. Οι Πολωνοί χωρικοί που τον περιβάλλουν δηλώνουν χαρούμενοι που τον ξαναβλέπουν. Περιγράφουν ότι τον θυμούνται ως ένα «πολύ αδύνατο αγόρι έτοιμο για να πάρει θέση στο φέρετρο», επεκτείνονται στην εικόνα που είχαν για τους Εβραίους: «το πρεσβυτέριο της εκκλησίας ήταν γεμάτο βαλίτσες Εβραίων που είχαν μέσα χρυσό». Ο Λανζμάν ρωτάει από πού το ξέρουν, δεν παίρνει απάντηση μόνο γελάκια και αφηγήσεις ενός ραββίνου για την «τιμωρία που αναμενόταν» («σταύρωσαν τον Χριστό») αλλά και «όλα αυτά έγιναν γιατί ήταν πλούσιοι». Ο Simon στέκει αμήχανος και αμίλητος ανάμεσά τους. Ο φακός ζουμάρει στο πρόσωπό του. Η φρίκη, τρεις δεκαετίες περίπου μετά το Ολοκαύτωμα, είναι παρούσα. Η βαρβαρότητα, σε καιρούς ειρηνικούς, τροφοδοτείται ακατάπαυστα από την άγνοια και την υποκρισία.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *