Την 25η Οκτωβρίου 1961 ομάδα κτηνοτρόφων από την Ήπειρο έφτασε με τα κοπάδια της σε περιοχή της Καστοριάς. Ανάμεσά τους ήταν κι ο 24χρονος Αχιλλέας με τα ζώα του.  Λίγες ώρες μετά την άφιξή τους πλησίασε ένας ντόπιος βοσκός, ο οποίος τους συστήθηκε με το όνομα Δημήτρης και τους ζήτησε να προσέχουν τα ζώα τους για να μην βοσκήσουν σε λιβάδι που δεν ήταν ελεύθερο για εκείνους.

Γράφει η Μαρία Ζαχαροπούλου

Οι κτηνοτρόφοι τον καθησύχασαν ότι δεν ήταν αυτή η πρόθεση τους κι άρχισαν μαζί του μία φιλική συζήτηση. Μάλιστα, ο 24χρονος Αχιλλέας ρώτησε τον κτηνοτρόφο αν είχε να του πουλήσει ένα αρνί κι όταν εκείνος του απάντησε θετικά του ζήτησε να το φέρει από το μαντρί του. Πράγματι, μετά από λίγη ώρα ο Δημήτρης επέστρεψε έχοντας μαζί του το αρνί  το οποίο κι έδωσε στον Αχιλλέα. Αμέσως μετά άρχισαν να παζαρεύουν την τιμή του ζώου αλλά η συζήτηση δεν πήγε καλά.

Κουβέντα στην κουβέντα τα αίματα άναψαν καθώς οι δύο άνδρες διαφώνησαν για την τιμή του ζωντανού. Ξαφνικά πιάστηκαν στα χέρια και πριν προλάβουν οι υπόλοιποι βοσκοί να παρέμβουν για να τους χωρίσουν ο Αχιλλέας έβγαλε από την τσέπη του ένα σουγιά και χτύπησε τον Δημήτρη στο στήθος.

Το μοιραίο χτύπημα

Ο Δημήτρης έπεσε αιμόφυρτος και ο Αχιλλέας τράπηκε σε φυγή μέσα στο δάσος. Οι βοσκοί έσπευσαν να βοηθήσουν τον τραυματισμένο άνδρα χωρίς, όμως, αποτέλεσμα καθώς άφησε την τελευταία του πνοή, λίγα λεπτά μετά το μοιραίο χτύπημα, δίπλα στην καρδιά.

Μετά από περιπλάνηση δύο εικοσιτετράωρων στα βουνά ο Αχιλλέας παραδόθηκε στη χωροφυλακή και συνελήφθη.

Τον Μάρτιο του 1962 ο νεαρός Αχιλλέας κάθισε στο εδώλιο του κακουργιοδικείου Θεσσαλονίκης κατηγορούμενος για τη δολοφονία του βοσκού. Από το βήμα του μάρτυρα πέρασαν πρόσωπα τα οποία μίλησαν για εκείνη την ημέρα, ωστόσο κανείς δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με λεπτομέρειες πώς οι δύο άνδρες πιάστηκαν στα χέρια και τι ήταν αυτό που οδήγησε στο μοιραίο τέλος.

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΔΙΚΗ

Στην απολογία του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε πως, σε καμία περίπτωση, δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει το Δημήτρη και συμπλήρωσε ότι το κακό έγινε ενώ βρισκόταν σε άμυνα. «Μου επιτέθηκε κι άρχισε να με χτυπά, όταν διαφωνήσαμε για την τιμή της αγοράς του αρνιού. Κάποια στιγμή, μάλιστα, έβγαλε ένα σουγιά και προσπάθησε να με χτυπήσει με αυτόν» είπε στην απολογία του ο 24χρονος.

Αντίστροφη μέτρηση για το αιματηρό τέλος

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο σουγιάς που έβγαλε από την τσέπη το θύμα ήταν αυτός που σήμανε την αντίστροφη μέτρηση για το αιματηρό τέλος της συμπλοκής. Κι αυτό γιατί όταν είδε το σουγιά φοβήθηκε ότι θα του επιτεθεί και θα τον σκοτώσει. Έτσι, όπως είπε, έβγαλε και ο ίδιος το δικό του σουγιά με τον οποίο έδωσε το μοιραίο χτύπημα στον κτηνοτρόφο.  Ο νεαρός παραδέχτηκε, ενώπιον του δικαστηρίου, ότι αμέσως μετά τον καυγά έφυγε και ισχυρίστηκε πως για δυο ολόκληρα εικοσιτετράωρα περιπλανήθηκε στα βουνά, χωρίς να γνωρίζει πως το θύμα είχε αποβιώσει.

«Φανταζόμουν πως απλώς τον είχα τραυματίσει όταν, όμως, μετά από δυο ημέρες έμαθα ότι ήταν νεκρός πήγα αμέσως και παραδόθηκα στην χωροφυλακή» τόνισε.

Ο εισαγγελέας της έδρας στην αγόρευση του ζήτησε την ενοχή του κατηγορούμενου για ανθρωποκτονία εν βρασμώ ψυχικής ορμής. Τελικά, οι ένορκοι, μετά από διάσκεψη μιας ώρας, έκριναν ένοχο τον 24χρονο για θανατηφόρα τραύματα τα οποία προκάλεσε καθ’ υπέρβαση των ορίων άμυνας και το δικαστήριο του επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε ετών και επτά μηνών.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *