Το δεύτερο μέρος του έργου

Ιδού η απάντηση στην Πρωτοψάλτη, από συνάδελφό της στην Ιταλία…

Η επιτυχημένη αντίδραση της Ελλάδας στην πρώτη φάση της πανδημίας ήταν μια εμπειρία που μας άλλαξε. Μας μεταμόρφωσε, μας έκανε, μας έρανε κ.λπ. Οι έπαινοι για την ευχάριστη έκπληξη της Ελλάδας στην παρούσα παγκόσμια υγειονομική (και οικονομική) κρίση ρέουν αφειδώς και, επιτέλους, η χώρα μας τους αξίζει, κρινόμενη με τα πιο αυστηρά κριτήρια. Επειδή, ωστόσο, έχουμε την τάση να προτρέχουμε και να επισπεύδουμε, όταν πρόκειται να φορέσουμε τις δάφνες στο κεφάλι, ας μη βιαζόμαστε να την ψωνίσουμε και, κυρίως, ας είμαστε προσεκτικοί με ό,τι πετύχαμε ώς τώρα.

Είναι αλήθεια ότι η επιτυχία άλλαξε την εικόνα μας. Το μαρτυρούν η εκτενής κάλυψη και η ενθουσιώδης αρθρογραφία στον διεθνή Τύπο για το ελληνικό επίτευγμα, καθώς και οι έπαινοι από προσωπικότητες διεθνούς εμβελείας, όπως ο Μπιλ Γκέιτς και ο Γιουβάλ Χαράρι. Εν ολίγοις, κερδίσαμε τον δήμο και τους σοφιστές. Αυτό είναι πράγματι σημαντικό και, λαμβανομένων υπ’ όψιν των δυνατοτήτων που προσφέρει για τη χώρα στο άμεσο μέλλον, είναι και πολύτιμο.

Δεν σημαίνει όμως ότι εμείς οι ίδιοι αλλάξαμε, αυτό ήταν, πάει και τελείωσε. Δεν σημαίνει, δηλαδή, ότι αυτή η κοινή εμπειρία άλλαξε την κουλτούρα μας. (Θυμηθείτε τους Ολυμπιακούς και την επιτυχία μας τότε. Μας άλλαξε καθόλου; Οχι, μας χρεοκόπησε…) Ορισμένοι πολιτευόμενοι μπορεί, λόγω ενθουσιώδους φύσεως, να σπεύδουν από τώρα να μας κολακεύσουν για την υποτιθέμενη μεταμόρφωσή μας, αλλά το κάνουν επειδή τους το υπαγορεύει η φύση τους, οπότε τους προσπερνάμε, όπως πρέπει να κάνουμε πάντα με τους γλείφτες. Τέτοιες μεταμορφώσεις, όμως, που προχωρούν εις βάθος και γίνονται συλλογικό κεκτημένο, προϋποθέτουν προσπάθεια διάρκειας. Δεν είναι μόνο η ένταση της δοκιμασίας που έχει σημασία, είναι και η διάρκειά της.

Διαπιστώνω ότι η αλλαγή δεν έχει βάθος από την καθημερινή παρατήρηση που κάνω –εξ αποστάσεως, φυσικά– των προσωπικών αντικειμένων που αφήνουμε κάθε μέρα έξω από το σπίτι μας. Το κάνω άθελά μου, φυσικά, γιατί δεν έχω κανένα βίτσιο να χώνω τη μύτη μου στην ιδιωτική ζωή των άλλων· είναι οι άλλοι μάλλον που σκορπούν τα απομεινάρια της καθημερινότητάς τους στην κοινή θέα – εγώ τι να κάνω; Στους καθημερινούς περιπάτους μου, έχοντας πια μάθει απέξω τις διαδρομές, παρατηρώ πλέον τα μόνα στοιχεία του εξωτερικού περιβάλλοντος που η μορφή τους αλλάζει καθημερινά: τους κάδους των σκουπιδιών, που συνήθως ξεχειλίζουν.

Βλέπω, λοιπόν, ότι παρά τους διθυράμβους που διαβάζουμε και ακούμε τελευταία για την αυταπάρνηση των εργαζομένων στον τομέα της Υγείας, παρά το χειροκρότημα που ρίχνουμε γενναιόδωρα από τα μπαλκόνια μας, εξακολουθούμε να περιφρονούμε το ίδιο και τους ανθρώπους που εργάζονται στην καθαριότητα και τον εαυτό μας. Γιατί δεν μπορώ να αντιληφθώ ως κάτι άλλο την αδιαφορία για τα πράγματα που δεν χρειαζόμαστε πια και για τους ανθρώπους που είναι η δουλειά τους να τα παίρνουν για να μην τα βλέπουμε και να μην τα μυρίζουμε. Η εικόνα των κάδων είναι μια εικόνα του πολιτισμού μας και δεν δείχνει να έχει αλλάξει εν συγκρίσει με την κατάσταση πριν από τον κορωνοϊό.

Το βλέπεις στα μικρά, παραπάνω, αλλά και στα μεγάλα, όπως το πεδίο της πολιτικής. Η πλειοδοσία υπερπροστασίας, στην οποία διακρίθηκαν ορισμένοι στις αρχές της κρίσης, τώρα γίνεται πλειοδοσία ελευθεριότητας από τους ίδιους ανθρώπους. Να διακόψει τελείως τη λειτουργία της η Βουλή απαιτούσε ο ΣΥΡΙΖΑ τότε, να ανοίξει αμέσως και για τους 300 απαιτεί τώρα. Αμόλησε μάλιστα τον Τζανακόπουλο στην αρένα, αφού προηγουμένως, υποθέτω, τον είχαν μια μέρα νηστικό στο κλουβί του. (Και αν αυτός δεν τα καταφέρει, θα αμολήσουν και τον μέντορά του, τον Πολάκη…)

Ας κοιτάξουμε πέρα από το παιδαριώδες του αιτήματος, που ούτως ή άλλως είναι επιφανειακό. Δεδομένης της απόλυτης ανάγκης να προχωρήσουμε σταδιακά, με προσοχή και σχολαστικότητα στην απελευθέρωση των κοινωνικών δραστηριοτήτων, σε τι μπορεί να εξυπηρετεί μια έκκληση για να γίνει το μπάτε σκύλοι αλέστε; Η δημοκρατία, για την οποία δήθεν κόπτονται εκείνοι που το υποστηρίζουν, είναι το πρόσχημα. Διότι δημοκρατικά, και μάλιστα ομοφώνως, ελήφθη η απόφαση για τον περιορισμό της λειτουργίας της Βουλής. Ούτε βέβαια ήταν παράτυπος ο αποφασισθείς τρόπος λειτουργίας, διότι προβλέπεται από τους ισχύοντες κανονισμούς, που έχουν δημοκρατικά εγκριθεί.

Ζητούμε από τη Βουλή, γενικώς και πάντα, να είναι υπόδειγμα σε θέματα μεγάλης κοινωνικής ευαισθησίας και όταν δεν το κάνει πέφτουμε πάνω στους βουλευτές και τους κατασπαράζουμε. Πώς λοιπόν τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ ζητεί από τη Βουλή να δώσει στον κόσμο το χειρότερο παράδειγμα «μαζικής ανυπακοής» ή, καλύτερα, μαζικής ηλιθιότητας που θα μπορούσε; Επίσης, γιατί μπορεί κάποιος να προωθεί ένα αίτημα με τόσο επικίνδυνες συνέπειες; Και μάλιστα, την ώρα που ετοιμαζόμαστε να μπούμε στην πιο λεπτή φάση της μετάβασης προς έναν τρόπο ζωής, ο οποίος δεν θα είναι ποτέ όπως προηγουμένως, μέχρι τουλάχιστον να βρεθεί εμβόλιο και φάρμακο.

Κατά την αντίληψή μου, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα μπορεί να είναι μόνο μία: επειδή για εκείνον που το θέτει έτσι προέχει το δικό του πιθανό πολιτικό όφελος, από την αποτυχία του αντιπάλου του, έναντι του κοινού συμφέροντος, που είναι η επιτυχής μετάβαση σε μια νέα, χαλαρότερη, αλλά πειθαρχημένη καθημερινότητα. Δεν σας λέω, όμως, τίποτε καινούργιο. Αυτός ήταν και αυτός είναι ο ΣΥΡΙΖΑ – τον μάθαμε.

Εν πάση περιπτώσει, η ζηλόφθων μισαλλοδοξία του ΣΥΡΙΖΑ περνάει σε δεύτερη μοίρα μπροστά στη δίψα της επιτυχίας και της διεθνούς αναγνώρισης, που είναι αισθητή στον κόσμο. Σε αυτή την πρώτη φάση, η Ελλάδα έκανε την ευχάριστη έκπληξη. Μην αμφιβάλλετε ότι όσοι μας επαίνεσαν περιμένουν να δουν αν το επίτευγμα ήταν περιστασιακό ή αντανακλά κάτι βαθύτερο. Είναι στο χέρι μας να τους αποδείξουμε ότι, όταν είμαστε καλοί, είμαστε πολύ καλοί!

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *