Το αρχαίο θέατρο και ο «Λεωνίδας»

Φέτος, το Φεστιβάλ Επιδαύρου θα έχει τρεις όλες κι όλες παραστάσεις, με πρώτη τους «Πέρσες» του Αισχύλου από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη, στις 24 Ιουλίου. Γι’ αυτό, ίσως, το λεύκωμα με τον ατμοσφαιρικό τίτλο «Η Κάλλας, ο Μινωτής, ο Κουν και τα μαγειρευτά της Κάκιας», που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες, να έρχεται στην κατάλληλη στιγμή. Σε μια παύση μετακινήσεων που προσφέρεται για εσωτερικές «τακτοποιήσεις». Οσοι γνωρίζουν, επαναξιολογούν· όσοι δεν γνωρίζουν, μπορεί να κοντοσταθούν από περιέργεια ή από ενδιαφέρον ευρείας γκάμας: τα πρόσωπα, ο τόπος, η καταγραφή πολλών εποχών και από διαφορετικές οπτικές.

Οπως διαβάζουμε σε προδημοσίευση της «Κ», της περασμένης Κυριακής, πρόκειται για έκδοση των εκπαιδευτηρίων Ελληνογερμανική Αγωγή, την οποία επιμελείται ο δημοσιογράφος Φώτης Απέργης, με πρόλογο της υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνας Μενδώνη. Στις 200 σελίδες του φυλλομετράει κανείς 60 χρόνια ζωής των καλλιτεχνών στην Επίδαυρο, με στιγμές και αφηγήσεις από τη θρυλική ταβέρνα του «Λεωνίδα». Μαρτυρίες/συνεντεύξεις 26 ανθρώπων του θεάτρου, διαφορετικών ηλικιών, που περιγράφουν εμπειρίες, γεύσεις, αισθήσεις.

Το αρχαίο θέατρο και ο Λεωνίδας (Λιακόπουλος), στη μνήμη του οποίου ετοιμάστηκε η έκδοση, η γυναίκα του και τόσο ξεχωριστή μαγείρισσα Κάκια και τα δύο παιδιά του, ο Νίκος και ο Γιώργος, ήταν, και παραμένουν σε ένα βαθμό, συγκοινωνούντα δοχεία. Οπως επισημαίνει και ο σκηνογράφος Διονύσης Φωτόπουλος στο λεύκωμα, «ο “Λεωνίδας” λειτουργούσε ήδη ως φυσική προέκταση του θεάτρου, αναπόσπαστο μέρος της ζωής του φεστιβάλ». Δεκάδες φωτογραφίες –πολλές με αυτόγραφα και αφιερώσεις στον Λεωνίδα και στην Κάκια– συνθέτουν αυτό που πραγματικά ήταν η ταβέρνα: μια μικρή κοινωνία, κάποτε και διεθνής (αφού την επισκέπτονταν και ξένες προσωπικότητες), πολύχρωμη όσο και η ψυχοσύνθεσή της, φασαριόζικη και εξωστρεφής, με πολλούς εσωτερικευμένους θυμούς, ανταγωνισμούς, αλλά και γενναιοδωρία, αγάπη, ικανή για το καλύτερο και το χειρότερο, αφοσιωμένη στην τέχνη της και στα πάθη της. Η μαγειρική της Κάκιας είχε τη δύναμη να καθησυχάζει. Οχι μόνο με τις γεύσεις της, αλλά και με την οικειότητα που δημιουργεί το αναλλοίωτο στον χρόνο «μενού». Τα κεφτεδάκια και τα γεμιστά, ό,τι και να συνέβαινε, ήταν «εκεί» για να συνοδεύσουν τη χαρά του θριάμβου ή για να κατευνάσουν τη θλίψη της αποτυχίας και τη δυσκολία διαχείρισής της.

Διαβάζοντας κείμενα και εξιστορήσεις, γύρισα κι εγώ τον χρόνο πίσω. Οταν ως φοιτήτρια ακόμη, αρχές του ’80, περνούσα μέρες στην Επίδαυρο, σε πρόβες και γενικές δοκιμές, ως φιλότεχνη συνοδός του μετέπειτα συζύγου μου, σκηνοθέτη Δημήτρη Εξαρχου, διστακτική, απορημένη και συνεπαρμένη. Εκείνος νέος και φέρελπις, άρτι αφιχθείς από την Αγγλία, έκανε τα πρώτα του βήματα ως βοηθός σκηνοθέτη, σε παραστάσεις του Γιώργου Σεβαστίκογλου, του Σπύρου Ευαγγελάτου, του Νίκου Χαραλάμπους.

Ξενύχτια στο θέατρο για να λυθούν τα τεχνικά προβλήματα, να σταμπιλαριστεί ο φωτισμός. Να καθοδηγεί η ψηλόλιγνη, στωική φιγούρα του Σεβαστίκογλου τη Μαρία Σκούντζου και τον Νικήτα Τσακίρογλου στον «Ορέστη» ή η πυρετώδης, σαρωτική παρουσία του Ευαγγελάτου, το καθηλωτικό στροβίλισμα του ανδρικού χορού στη σκηνή της «Επίκλησης» του φαντάσματος του Δαρείου, στους «Πέρσες».

Η κάθε επόμενη μέρα ξεκινούσε και έκλεινε στον «Λεωνίδα». Ξεκινούσε με γενναίες φέτες ψωμιού με βούτυρο και μέλι –κανένα διαιτητικό πρωτόκολλο δεν στερούσε την απόλαυση εκείνο τον καιρό– και τελείωνε αργά το βράδυ με τα αχνιστά φρεσκομαγειρεμένα πιάτα έτοιμα και πάντα φροντισμένα. Ηξερε τον κόσμο και τις ιστορίες τους η οικογένεια του Λεωνίδα Λιακόπουλου. Πολύ κόσμο και πολλές ιστορίες. Διέκριναν τις «καταιγίδες» (όχι μόνο του καιρού), παρατηρούσαν διακριτικά, συμμετείχαν και συμπαραστέκονταν με τον τρόπο τους.

Είναι χρόνια πια που πάω και επιστρέφω από την Επίδαυρο μέσα σε λίγες ώρες. Αφιξη, παράσταση, γυρισμός, χωρίς στάση. Χάνονται οι άνθρωποι, κάποιοι για πάντα, τα τελετουργικά συντηρούνται και ανατροφοδοτούνται με νέους θαμώνες, που κάποτε παλιώνουν κι αυτοί. Στον «Λεωνίδα» οι απώλειες δεν σημαίνουν φθορά. Υπάρχουν οι άνθρωποι στις φωτογραφίες, στις καλύτερες στιγμές τους, δικαιώνοντας τον τίτλο διαρκώς: «Η Κάλλας, ο Μινωτής, ο Κουν και τα μαγειρευτά της Κάκιας».

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *