Θολό τοπίο, καθαρός στόχος

Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εισέλθει σε μια μεταβατική περίοδο που θα διαρκέσει τουλάχιστον μέχρι τις προεδρικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, και σε περίπτωση εκλογής του υποψηφίου των Δημοκρατικών Τζο Μπάιντεν μέχρι την ορκωμοσία του στις 20 Ιανουαρίου, το τοπίο για το πώς θα διαμορφωθεί η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ την επόμενη τετραετία είναι ιδιαιτέρως θολό. Στην Ελλάδα, το ενδιαφέρον των αναλύσεων για το πώς μπορεί αυτή να επηρεαστεί από μια αλλαγή ηγεσίας στον Λευκό Οίκο εστιάζει βέβαια στην ένταση με την Τουρκία, αλλά το ερώτημα είναι γενικότερο, καθώς άπτεται του πώς οι δύο υποψήφιοι πρόεδροι βλέπουν τον κόσμο, τον ρόλο και τα συμφέροντα των ΗΠΑ σε αυτόν.

Οσο όμως το ενδιαφέρον του κόσμου στρέφεται στις ΗΠΑ, τόσο η αμερικανική προεκλογική εκστρατεία εστιάζει σε άλλα θέματα – ιδιαιτέρως φέτος, λόγω και της πανδημίας που εξακολουθεί να δοκιμάζει τους Αμερικανούς.

Ενόψει εκλογών, ο χειρισμός της εξωτερικής πολιτικής είναι είτε διαδικαστικός, από την αμερικανική διπλωματία, είτε γίνεται με γνώμονα την πολιτική σκοπιμότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συμμετοχή του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικ Πομπέο στο συνέδριο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος από το Ισραήλ, όπου πραγματοποιεί επίσκεψη, σε μια προσπάθεια να κερδίσει τη στήριξη του ισχυρού εβραϊκού λόμπι των ΗΠΑ. H επιλογή αυτή έχει προκαλέσει την αντίδραση βουλευτών του Δημοκρατικού Κόμματος, που τονίζουν ότι αντιβαίνει στους κανόνες που ισχύουν για την πολιτική δραστηριότητα των εκπροσώπων της αμερικανικής διπλωματίας.

Το ελληνικό λόμπι μπορεί να μην έχει την ίδια επιρροή, αλλά με τόσους Ελληνοαμερικανούς υποστηρικτές και των δύο υποψηφίων, η ομογένεια μπορεί να αξιοποιήσει την προεκλογική συγκυρία για να εισακουστούν οι ανησυχίες της για την τουρκική επιθετικότητα στα επιτελεία και προσωπικά στους δύο υποψήφιους προέδρους. Ο τέως αντιπρόεδρος Μπάιντεν θεωρείται τόσο κοντά στον Ελληνισμό της Αμερικής που κάποιες φορές συστήνεται ως… Μπαϊντενόπουλος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα βάλει τον όποιο φιλελληνισμό του πάνω από τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Καλό λοιπόν είναι να δούμε πώς τα εννοεί αυτά.

Γράφοντας στο περιοδικό Foreign Affairs, ο υποψήφιος των Δημοκρατικών έδωσε το στίγμα της εξωτερικής του πολιτικής τονίζοντας ότι οι ΗΠΑ πρέπει να επιστρέψουν στην κορυφή του τραπεζιού διότι «ο κόσμος δεν οργανώνεται μόνος του». Οπως τονίζει, οι ΗΠΑ θα πρέπει να κινητοποιήσουν τους συμμάχους τους για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις. Γι’ αυτό και βάζει το ΝΑΤΟ στην καρδιά της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ αλλά και της υπεράσπισης του φιλελεύθερου δημοκρατικού ιδανικού, θεωρώντας ότι «μία συμμαχία αξιών είναι πιο αξιόπιστη, ισχυρή και σταθερή από τις συνεργασίες του πειθαναγκασμού ή των χρημάτων».

Ταυτόχρονα, η έμφασή του σε μια εξωτερική πολιτική για τη μεσαία τάξη σημαίνει αποστροφή για τους «παντοτινούς πολέμους». Η χρήση βίας, τονίζει, πρέπει να είναι η ύστατη επιλογή και να χρησιμοποιείται μόνο για την υπεράσπιση ζωτικών συμφερόντων των ΗΠΑ, με ξεκάθαρο και εφικτό στόχο και με τη σύμφωνη γνώμη του αμερικανικού λαού.

Οσο για τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, μπορεί η δική του οπτική για τον κόσμο να θεωρείται πιο συμφεροντολογική από τους επικριτές του, αλλά βασίζεται και αυτή σε μια θεωρία. Οπως γράφει η πρώην αναπληρώτρια σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Λευκού Οίκου Νάντια Σάντλοου στο ίδιο περιοδικό, ο πρόεδρος Τραμπ ήταν ο πρώτος που κατάλαβε ότι η εποχή που οι ΗΠΑ ήταν ο μόνος πόλος του κόσμου έχει περάσει και ο στρατηγικός ανταγωνισμός «έχει έρθει για να μείνει». Οπως προειδοποιεί, όμως, αυτός είναι τόσο πολύπλοκος, που βασικός στόχος της αμερικανικής στρατηγικής θα πρέπει να είναι η αποτροπή των εξελίξεων που πλήττουν τα αμερικανικά συμφέροντα – αντί του να προσπαθεί, για παράδειγμα, να υποδείξει στην Κίνα πώς να κυβερνηθεί. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, η πολιτική των ΗΠΑ πρέπει να στοχεύει στη διατήρηση της ισορροπίας των δυνάμεων σε περιφερειακό επίπεδο και στην αποτροπή της επιθετικότητας από τις αναθεωρητικές δυνάμεις.

Οπως γνωρίζουμε καλά στη γειτονιά μας, η Τουρκία είναι μια τέτοια δύναμη – αλλά επειδή άλλο είναι η θεωρία και άλλο η πράξη, αυτό δεν το έχει αναγνωρίσει ο πρόεδρος Τραμπ.

Οποιος και να είναι λοιπόν ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ, τα κίνητρα και η ιδεολογία του, το στοίχημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική είναι να παραμείνει ρεαλιστική, ώστε οι αμερικανικές εκλογές να μην οδηγήσουν σε αμερικανική αδιαφορία για την Ανατολική Μεσόγειο ή σε μια προσπάθεια προσεταιρισμού της Τουρκίας στο όνομα της ενότητας του ΝΑΤΟ με τρόπο επιζήμιο για τα ελληνικά συμφέροντα και τη συνεργασία που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ανατολική Μεσόγειο.

* Η κ. Κατερίνα Σώκου είναι Νonresident Senior Fellow στο Atlantic Council.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *