Ταξιδιώτες σε αναγκαστική παύση

«Η γυναίκα, η Ινγκεμποργκ, ταξίδευε κατά μήκος του πρώτου μεσημβρινού. Ηταν από την Ισλανδία και είχε ξεκινήσει την εξόρμησή της στα νησιά Σέτλαντ. Παραπονιόταν που δεν κατάφερνε, προφανώς, να κινείται σε μια ευθεία, επειδή ήταν εξαρτημένη από τους δρόμους στην πορεία της, τις πορείες των πλοίων ή τις γραμμές των σιδηροδρόμων. Ωστόσο προσπαθούσε να τηρήσει την αρχή της: να ταξιδεύει κατά μήκος του μεσημβρινού, ελισσόμενη γύρω από την ευθεία σε ζικ ζακ.

»Διηγιόταν με τέτοια ζέση, με τόσα χρώματα, που δεν τολμούσα να ρωτήσω για ποιο λόγο το έκανε. Αλλωστε είναι γνωστό πως σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις απαντάνε συνήθως “και γιατί όχι;”. Οσο μιλούσε, φανταζόμουν μια σταγόνα που γλιστρούσε αργά πάνω στην επιφάνεια της υδρογείου».

Το απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Πολωνής, βραβευμένης με το Νομπέλ Λογοτεχνίας 2018, Ολγκα Τοκάρτσουκ, «Πλάνητες» (εκδ. Καστανιώτη), το οποίο αν κρίνω από τις πλείστες όσες παρουσιάσεις και αναφορές, πρέπει να διαβάστηκε κατά κόρον τους τελευταίους μήνες. Το ταξίδι στο επίκεντρο των εκκεντρικών χαρακτήρων και ιστοριών· η περιπλάνηση σε τοπία επινοημένα ή πραγματικά, που αποτυπώνονται μέσα από τη δεινότητα ενός βλέμματος το οποίο έχει ασκηθεί στην επίμονη παρατήρηση.

Το φετινό, ανήσυχο, καθόλου ξέγνοιαστο, καλοκαίρι, οι συζητήσεις στις παρέες, όποτε δεν περιστρέφονταν γύρω από τον κορωνοϊό, εστίαζαν σε περιγραφές ταξιδιών. Η επισήμανση είναι εντελώς εμπειρική και ο καθένας μπορεί να διαφωνήσει. Ομως, ποτέ άλλοτε οι άνθρωποι γύρω μου δεν είχαν τόση ανάγκη να μιλήσουν για ταξίδια. Να θυμηθούν λεπτομέρειες, περιστατικά, ανοίγοντας πάνω στα τραπέζια του φαγητού ή στις παραλίες έναν νοητό χάρτη, ασαφή τις περισσότερες φορές και ακατάστατο, όχι ακριβή και μεθοδικό.

Ηταν διαφορετική αυτή η ανάγκη. Δεν είχε καμία σχέση ούτε με τον «αγχώδη χρόνο των μεγαλουπόλεων» ούτε με τον «οκνηρό χρόνο των ακατοίκητων πεδιάδων που βλέπει κανείς από το αεροπλάνο» («Πλάνητες» και πάλι). Δεν ήταν η αιτία η φυγή ούτε η ανάγκη μετακίνησης ούτε το «σύνδρομο της επαναλαμβανόμενης αποτοξίνωσης». Αυτή η υποχρεωτική παύση, λόγω της πανδημίας, η αναστολή των, αεροπορικών κυρίως, ταξιδιών μάς ωθεί σε μια νέα εσωτερική ταξινόμηση. Τίποτα πειθαρχημένο ή αρχειοθετημένο. Ούτως ή άλλως το βίωμα ενός ταξιδιού φωτίζεται κάθε φορά διαφορετικά. Εξαρτάται από την ηλικία, τη χρονική απόσταση, τα ενδιαφέροντα των συνομιλητών στους οποίους απευθυνόμαστε, τη διάθεση της στιγμής, τη διαδικασία αποθήκευσης αναμνήσεων που, για τον καθένα μας, είναι ένας ξεχωριστός μηχανισμός.

Οι ταξιδιώτες, όχι οι βουλιμικοί τουρίστες και συλλέκτες… μιλίων, αναδιπλώθηκαν με ένα αίσθημα τρυφερής θλίψης και, κατά κάποιον τρόπο, αποχαιρετισμού. Γιατί τα ταξίδια, όταν, με το καλό, επανέλθουν, δεν θα είναι όπως την εποχή πριν από τον κορωνοϊό. Κι αυτό δεν οφείλεται μόνο στη βεβαιότητα ότι η αλόγιστη μετακίνηση (ένα Σαββατοκύριακο στο Παρίσι, στη Ρώμη, στο Λονδίνο ή κάπου πιο εξωτικά) επέτεινε τη μετάδοση αλλά και μετάλλαξη ιών και μικροβίων. Οφείλεται και στην «καχυποψία» που εγκαθίσταται οριστικά, για τον διπλανό, τον άγνωστο συνταξιδιώτη, η ανασφάλεια για την υγεία, η οποία προστίθεται στη λίστα με τους φόβους του καθενός. Θα λείψει, για απροσδιόριστο διάστημα, αυτό το ερώτημα διατυπωμένο ως απάντηση, όπως γράφει η Τοκάρτσουκ: «και γιατί όχι;». Η ζιγκ ζαγκ διαδρομή, «η σταγόνα που γλιστράει αργά πάνω στην επιφάνεια της υδρογείου».

Το φετινό καλοκαίρι χαρτογραφήσαμε το κενό από την έλλειψη ακόμη και του σχεδιασμού για την επόμενη πτήση. Δεν έχει γούστο ούτε η φαντασία όταν η πραγματοποίηση της επιθυμίας συναντά τόσο ανυπέρβλητα εμπόδια: ποιος θα διακινδυνεύσει –και τη ζωή του ακόμη– από τη μόλυνση με έναν άγνωστο ιό για να πάει μια εκδρομή στο εξωτερικό;

Ετσι, τη «σταγόνα» υποκατέστησαν οι λέξεις. Οι αφηγήσεις διαδρομών, συναντήσεων, εκπλήξεων, ανατροπών. Μικρών θαυμάτων, που αποκαλύπτονταν εκεί που δεν το περιμέναμε, απογοητεύσεων από υπερεπενδύσεις και αναμονές, αλλόκοτων αισθήσεων από άγνωστες γεύσεις, επαφές, χρώματα και μυρωδιές. Η πανδημία έκανε τις αποστάσεις αδιάβατες. Κι άλλες, πάλι, τις γονιμοποίησε, δίνοντας στην εμπειρία τον αναγκαίο χρόνο να μεταβολιστεί σε πλούτο εσωτερικό και μόνιμο.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *