Τα σπίτια, ακτινογραφίες ζωής

«Το θέμα δεν είναι να επινοήσουμε τον χώρο, πόσο μάλλον να τον επαν-επινοήσουμε, αλλά να τον ανακρίνουμε ή, ακόμα πιο απλά, να τον διαβάσουμε· γιατί αυτό που αποκαλούμε καθημερινότητα, δεν είναι πρόδηλο, μα αδιαφανές: μια μορφή τυφλότητας, ένας τρόπος αναισθησίας. Από αυτές τις στοιχειώδεις διαπιστώσεις ξεκίνησε να γράφεται το παρόν, ημερολόγιο ενός χωροχρήστη», σημειώνει ο Ζωρζ Περέκ στις «Χορείες χώρων» (εκδ. Υψιλον, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Ως «χωροχρήστες» αντιμετώπισαν και τα σπίτια τους οι σκηνοθέτες που ανέλαβαν, ύστερα από ανάθεση του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, να γυρίσουν τρίλεπτες ταινίες, ένα σύντομο αποτύπωμα/ημερολόγιο του εγκλεισμού τους, με τον τρόπο του ο καθένας φυσικά (οι New York Times κατέγραψαν και επαίνεσαν την ιδέα και το αποτέλεσμα). Οι «Χώροι #1 και #2» είναι διαθέσιμοι στο κανάλι του Φεστιβάλ Κινηματογράφου στο ΥouΤube. Οκτώ Ελληνες και επτά ξένοι δημιουργοί είχαν ως πηγή, ελεύθερης, έμπνευσης τον Περέκ αλλά μάλλον αυτό ήταν η πρόφαση, γιατί το πραγματικό θέμα το βιώνουν καθημερινά, εβδομάδες τώρα, σε όποια χώρα του κόσμου κι αν βρίσκονται.

Τα σπίτια. Ακτινογραφίες ζωής, πολυμορφικές συνθέσεις, όπως αποδεικνύεται, καθώς παίρνουν το σχήμα της διάθεσης του καθενός μέσα από την κάμερα ακόμη κι ενός κινητού. Αλλος επικεντρώνεται σε βιβλία και φωτογραφίες (Μαριάννα Οικονόμου, Σταύρος Ψυλλάκης), περιγράφοντας έτσι διαφορετικές επιστρώσεις δεκαετιών· άλλοι επιλέγουν ως πρωταγωνιστές τα παιδιά τους, την πλήξη και ταυτόχρονα ευρηματικότητα, επιμονή και φιλοπεριέργειά τους (Σταύρος Παμπαλλής, Ταρίκ Ακτάς)· αλλού η φθορά και η αδράνεια στάζουν και υπερχειλίζουν όπως ένας νιπτήρας μπάνιου, ο καναπές, ίσως το απόλυτο σύμβολο του εγκλεισμού, φωτογραφίζεται όρθιος να αντιβαίνει στη βαρύτητα, οι μήνες περνούν οι σοβάδες πέφτουν, ο ανεμιστήρας οροφής περιστρέφεται ανόρεχτα κάτω από εμφανή σημάδια προχωρημένης υγρασίας. Στο μυαλό του Γάλλου Ντενί Κοτέ αναμειγνύονται εικόνες από πορνό ταινίες, με τη «Νύχτα» του Αντονιόνι και μια σχεδόν λησμονημένη παραγωγή του 1968 με πρωταγωνιστή τον Μπαρτ Λάνκαστερ («Ο κολυμβητής» του Φρανκ Πέρι), καθώς σε έναν εκτυπωτή καταγράφεται διαρκώς ο αυξητικός αριθμός κρουσμάτων κορωνοϊού ανά τον κόσμο.

Κάθε σκηνοθέτης κατορθώνει (με περισσότερο ή λιγότερο ενδια-φέρον) μέσα σε ένα τρίλεπτο να συνθέσει έναν διάλογο ελλειπτικό με τον εαυτό του είτε κινηματογραφεί την επικράτεια των τετραγωνικών του είτε αγαπημένα πρόσωπα.

Με την πανδημία ο χρόνος μοιάζει με ρολόι χωρίς δείκτες και αριθμούς. Μόνο το σχήμα υπάρχει χωρίς ενδείξεις μέτρησης. Πότε συμβαίνει, άραγε, η «Επίσκεψη» του Ζια Ζανγκέ; Ισως το γεγονός ότι είναι Κινέζος (δικές του οι βραβευμένες «Ακίνητες ζωές») να του δίνει ένα προβάδισμα. Πώς (θα) είναι οι συναντήσεις; Ο επισκέπτης πρέπει να «θερμομετρηθεί», με την ειδική συσκευή, στο μέτωπο, πριν περάσει στην αίθουσα, το τρατάρισμα στον δίσκο είναι αντισηπτικό! Πραγματικότητα, επινόηση, ποιος ξέρει… Και οι δύο φορούν μάσκες όταν ο ένας δείχνει στον άλλο στο ipad κάποιες φωτογραφίες. Κατά λάθος ο ένας ακουμπάει στην οθόνη του το δάκτυλο. Τρόμος. Το δάκτυλο μένει μετέωρο, ένοχο και υπόλογο. Ο ένας ζητάει ταπεινά συγγνώμη και σπεύδει να πλύνει σχολαστικά τα χέρια του. Οι καιροί είναι «ασυνήθιστοι».

Ο Αμερικανός ηθοποιός Τζον Κάρολ Λιντς (η πρώτη του ταινία ήταν, το 2017, το θαυμάσιο «Lucky» – η τελευταία μεγάλη στιγμή του Χάρι Ντιν Στάντον στο σινεμά) μιλάει με τα λόγια του Σαίξπηρ ως «υπότιτλο» στη ρουτίνα της ημέρας: γυμναστική, εργασίες στον περίβολο, μέσα στο δάσος, περπάτημα, καθάρισμα τουαλέτας. Το πρόσωπό του, γκρο, στην κάμερα από την οθόνη του κινητού. «Be absolute for death», τίτλος και στίχος μαζί («Με το ίδιο μέτρο», πράξη Γ΄, σκηνή 1η). «Δέξου ότι σίγουρα θα πεθάνεις. Η ζωή και ο θάνατος θα σου φανούν αμέσως πιο γλυκά. (…) Δεν είσαι παρά μια πνοή, σκλάβα των ουράνιων δυνάμεων που κάνουν το φθαρτό σαρκίο όπου κατοικείς να θλίβεται κάθε ώρα.

Μαριονέτα στα χέρια του θανάτου είσαι και όσο προσπαθείς να φύγεις μακριά του, τόσο κοντύτερα του βρίσκεσαι. (…) Η καλύτερη ανάπαυσή σου είναι ο ύπνος, κι αυτόν συχνά τον προκαλείς, ενώ φοβάσαι υπέρμετρα τον θάνατο που δεν είναι τίποτα παραπάνω». Εχει ήδη ξαπλώσει για να κοιμηθεί, σβήνει το φως στο κομοδίνο.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *