Συνταγματική η αφαίρεση της «θρησκευτικής συνείδησης» από την αποστολή του υπουργείου Παιδείας

Τη συνταγματική «σφραγίδα» της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας έλαβε η αφαίρεση από την αποστολή του υπουργείου Παιδείας της «ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης» επί υπουργίας Κ. Γαβρόγλου.

Οι σύμβουλοι Επικρατείας απέρριψαν (210/2020) την αίτηση ακύρωσης της Εκκλησίας της Ελλάδος ενώ εκτιμάται ότι την ίδια τύχη θα έχουν και οι ανάλογες προσφυγές που έχουν καταθέσει άλλοι εκκλησιαστικοί φορείς και γονείς ζητώντας την ακύρωση του νέου οργανισμού του υπουργείου Παιδείας (Π.Δ. 18/2018) κατά το σκέλος που αφορά στην επίμαχη αποστολή του υπουργείου.

Συγκεκριμένα, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας  έκρινε, μεταξύ  άλλων, ότι «με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, και η αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας, η οποία περιλαμβάνει την εξουσία της ν’ αποφασίζει για τις υποθέσεις της με δικά της όργανα, τα οποία συγκροτούνται όπως ο νόμος ορίζει και να διοικείται από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας και την απ’ αυτή προερχόμενη Διαρκή Ιερά Σύνοδο. Ωστόσο, η εξουσία αυτή της Εκκλησίας ασκείται εντός των πλαισίων των γενικών κανόνων που θεσπίζει ελεύθερα ο νομοθέτης, ο οποίος μόνο δεν μπορεί να προχωρήσει και μέχρι τη θεμελιώδη μεταβολή βασικών διοικητικών θεσμών που έχουν καθιερωθεί πάγια στην οργάνωση και λειτουργία της Εκκλησίας».

Επίσης, η Ολομέλεια του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου αποφάνθηκε ότι η διατύπωση της αποστολής του υπουργείου Εθνικής Παιδείας, στον Οργανισμό του (π.δ. 18/2018) «δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος, ούτε στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 54 του ν. 4178/2013. Και τούτο, διότι οι βασικοί σκοποί της παιδείας καθορίζονται από συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις (άρθρο 16 παρ. 2 Συντ. και άρθρα 1, 4, 5 και 6 ν. 1566/1985), κατά το μέρος δε που οι διατάξεις αυτές επαναλαμβάνονται ή μη στο οργανωτικό διάταγμα του υπουργείου στερούνται αυτοτελών κανονιστικών συνεπειών».

Συνεπώς, αναφέρει η απόφαση της Ολομέλειας, «το γεγονός ότι καθορίζεται ως αποστολή του υπουργείου η ανάπτυξη και συνεχής αναβάθμιση της παιδείας με σκοπό την ηθική, πνευματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης, την προστασία της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης και της λατρείας, τη διαμόρφωση ελεύθερων, ενεργών και κριτικά σκεπτόμενων πολιτών κ.λπ., χωρίς να αναφέρεται ρητώς η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, αλλά η προστασία της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, όπως άλλωστε δεν αναφέρεται κατά γράμμα ούτε η επαγγελματική αγωγή των Ελλήνων ή η διάπλασή τους σε υπεύθυνους πολίτες, δεν έχει την έννοια ότι οι σκοποί αυτοί παύουν να αποτελούν σκοπούς της παιδείας κατά παράβαση του Συντάγματος».

Κατά τη συγκλίνουσα γνώμη της Προέδρου του Δικαστηρίου Αικατερίνης Σακελλαροπούλου, (σ.σ. πριν την εκλογή της στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα της Προεδρίας της Δημοκρατίας)  δύο αντιπροέδρων και τεσσάρων συμβούλων Επικρατείας, «από τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος συνάγεται ότι η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει ως σκοπό την διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών, καθώς και, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων, όπως η τελευταία νοηματοδοτείται και από τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 13, με την οποία καθιερώνεται το απαραβίαστο της ελευθερίας της».

Και ενόψει αυτών, προσθέτουν το άρθρο 1 του επίμαχου Οργανισμού, στο οποίο αναφέρει ότι το υπουργείο Εθνικής Παιδείας,   έχει ως αποστολή, μεταξύ των άλλων σκοπών του, «την προστασία της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, όχι μόνον δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και τον εξουσιοδοτικό νόμο, αλλ’  αντιθέτως, αποδίδει με τον πληρέστερο τρόπο το περιεχόμενο των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 13 παρ.1 και 16 παρ.2 του Συντάγματος και 54 του ν. 4178/2013».

Μειοψηφία κατέγραψαν έξι σύμβουλοι Επικρατείας και δύο πάρεδροι (σ.σ. χωρίς δικαίωμα ψήφου) οι οποίοι τάχθηκαν υπέρ της ακύρωσης του π.δ. 18/2018 στο σκέλος που δεν περιλαμβάνεται η «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» των Ελλήνων στην διάταξη περί της αποστολής του υπουργείου. Σύμφωνα με την μειοψηφούσα άποψη ο νόμος 4178/2013  «επιβάλλει την αναγραφή στους Οργανισμούς των υπουργείων της αποστολής τους, όπως αυτή προκύπτει (και, κατά μείζονα λόγο, όπως αυτή προβλέπεται ρητώς) από τις σχετικές νομοθετικές και συνταγματικές διατάξεις, χωρίς να επιτρέπει αποκλίσεις».

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

Κυριακή Κανονίδου

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *