Ο φιλελευθερισμός, ιδίως από την εποχή του Μεσοπολέμου, χαρακτηρίζεται κοινωνικός, αφού δέχεται τη λελογισμένη οικονομική παρέμβαση του κράτους στον τομέα της αγοράς-επιχείρησης, αλλά και την πρόβλεψη σειράς κοινωνικών μέτρων που αποσκοπούν στη βελτίωση των οικονομικά ασθενέστερων τάξεων. Μεταπολεμικώς, το πλείστον των δυτικών φιλελεύθερων κρατών έχει υιοθετήσει προστατευτικές νομοθεσίες που έχουν συμβάλει στην απάμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Το δε Διεθνές Συνέδριο των Φιλελευθέρων του 1987 είχε  κύριο θέμα τον προσδιορισμό του περιεχομένου του «κοινωνικού φιλελευθερισμού» (Β. Τσουδερού, «Καθημ.» 8-9.11.1987). Τον πληρέστερο κατάλογο κοινωνικών δικαιωμάτων κατοχυρώνει και το ημέτερο Σύνταγμα, είναι δε αυτά το αναγκαίο συμπλήρωμα των ατομικών δικαιωμάτων.

Σήμερα λοιπόν ο φιλελευθερισμός, που χρωματίζει όλα τα δυτικά συντάγματα, μόνον ως κοινωνικός νοείται, με την έννοια ότι προσεγγίζει αρκετά το ιδεολογικό Κέντρο, από το οποίο τώρα η φιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία λίγο απέχει, προς την αριστερή βέβαια κατεύθυνση. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η Αριστερά μάχεται τον φιλελευθερισμό, διότι της απορροφά σημαντική πελατεία με τα μέτρα που εκάστοτε λαμβάνει υπέρ του κοινωνικού συνόλου.

Ομως, η τάση αυτή του φιλελευθερισμού να διεκδικεί όλο και περισσότερο μερίδιο από τον χώρο του Κέντρου δεν μπορεί να θεωρηθεί «ριζοσπαστισμός», όπως έχει γραφτεί. Αυτός, ως όρος, χαρακτηρίζει, μιλώντας για κομματικούς σχηματισμούς, μία ιδεολογία, άποψη ή θεωρία, την οποία ωθεί προς τα ακραία όρια, συνιστά, δηλαδή, περαιτέρω απομάκρυνση από το πολιτικό Κέντρο προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση («ριζοσπαστικό “Κέντρο”» δεν μπορεί να υπάρξει).

Ετσι, η «ριζοσπαστική Αριστερά» βαίνει σε περισσότερο ακραίες λύσεις απ’ ό,τι πρεσβεύει η απλή Αριστερά. Για παράδειγμα, το Εργατικό Κόμμα του Βελγίου (1979) είχε πιο προωθημένες θέσεις, διακηρύσσοντας την προσήλωσή του στις αρχές των Μαρξ, Eνγκελς και Λένιν. Επίσης, γίνεται λόγος για το «ριζοσπαστικό Ισλάμ», δηλαδή την ακραία του εκδοχή που καλύπτει τους τρομοκράτες τζιχαντιστές ή τη «ριζοσπαστική Δεξιά» που την εκπροσωπεί το ολλανδικό κόμμα του Γκερτ Βίλντερς ή η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD). Ακόμη, ως αριστερή ριζοσπάστρια χαρακτηρίζεται και η γνωστή Chantal Mouffe, αφότου ετάχθη υπέρ του «λαϊκισμού της Αριστεράς», αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ, τουλάχιστον κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015. Ομως, η πρόσφατη φαντασίωση του Αλ. Τσίπρα, για μελλοντική κατάληψη και των «αρμών της εξουσίας» (προεχόντως της Δικαιοσύνης), εντάσσει πλέον αμετάκλητα το κόμμα του στη ριζοσπαστική Αριστερά, «ίνα πληρωθεί» και η σφοδρή συζυγική επιθυμία!

Ομοίως, και ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός», αν τον δεχθούμε ως φράση, στοχεύει στην υιοθέτηση ακραίων φιλελεύθερων θέσεων, δηλαδή, προεχόντως, σε πλήρη απελευθέρωση των αγορών και εδραίωση του ελάχιστου κράτους με σαφή υποχώρηση των κοινωνικών δικαιωμάτων, διευρύνοντας έτσι ακόμη περισσότερο την απόσταση μεταξύ ισότητας και ελευθερίας υπέρ της τελευταίας. Περίπου, λοιπόν, αυτός ταυτίζεται με το κίνημα των Αμερικανών ελευθεριακών, άλλως εφάπτεται με ακροδεξιά πολιτικά προγράμματα. Ακόμη και ο Αγγλος κοινωνικός φιλόσοφος Herbert Spencer εντάσσεται στον «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό», αφού πρεσβεύει ότι το κράτος πρέπει να περιορίζεται στα ουσιώδη. Εδώ εντάσσεται και ο «νεοφιλελευθερισμός» των Θάτσερ, Ρέιγκαν και Ανδρέα Ανδριανόπουλου (βλ. «Καθημερινή», 12-13.1.1986). Αντιθέτως, ο «κοινωνικός φιλελευθερισμός» (τον προσεγγίζει ο «φιλελεύθερος σοσιαλισμός» ή η «ριζοσπαστική δημοκρατία» του J. Dewey), ο οποίος ενδιαφέρεται πρωτίστως για το «καλύτερο κράτος» και όχι για το εν πάση περιπτώσει «λιγότερο κράτος», κινείται, ενόψει των παραπάνω, προς την αντίθετη κατεύθυνση από τον ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό. Δεν μπορούμε λοιπόν να μεταχειριζόμαστε αδιακρίτως τους όρους αυτούς, όπως αναφέρεται σε πρόσφατες πολιτικές τοποθετήσεις, διότι δεν έχουν ταυτοβαθές περιεχόμενο.

Με τα παραπάνω δεδομένα, τα σπουδαία ριζικά (όχι ριζοσπαστικά) μέτρα κοινωνικής πολιτικής που πρόσφατα λαμβάνει η κυβέρνηση, για την αντιμετώπιση της πανδημίας και την οικονομική ενίσχυση των χιλιάδων συμπολιτών μας, προφανώς εντάσσονται στον κοινωνικό φιλελευθερισμό, δεν συνιστούν δε, κάθε άλλο, πολιτική ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού. Ακριβώς, διότι τα μέτρα αυτά αποτελούν θεμιτούς περιορισμούς ορισμένων συνταγματικών δικαιωμάτων που δικαιολογούνται για λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και τοποθετούνται, εντεύθεν, στον αντίποδα του νεοφιλελευθερισμού. Είναι και αυτό ένα άλλο εργαλείο της κυβερνητικής πολιτικής για να διεμβολίσει και εδώ την αριστερή αντιπολίτευση, η οποία, εάν ήταν εξουσία, μάλλον θα ελάμβανε τα ίδια μέτρα, αφού ο αρχηγός της φλερτάρει τώρα, προσωρινά για να μη χάσει πελατεία, με τον φιλελεύθερο σοσιαλισμό, ενώ η φράξια των «53+» εκπροσωπεί τη ριζοσπαστική Αριστερά που θέλει να ανοίξουν και τα σύνορα για τους μετανάστες! Ο ριζοσπαστικός λοιπόν φιλελευθερισμός δεν ασχολείται με την κοινωνία, αλλά του αρκεί να υπάρχει στρατός, αστυνομία και Δικαιοσύνη. Αντίθετα, το ανθρώπινο πρόσωπο του κοινωνικού φιλελευθερισμού, που είναι το ισχύον στην Ελλάδα πολιτικό σύστημα, δεν έχει terminus ad quem, όπως καταφαίνεται και από τα ως άνω έκτακτα κυβερνητικά μέτρα.

* Επίτιμος αντιπρόεδρος ΣτΕ, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *