Πόσα χρόνια θα κυβερνήσουν;

Πριν από λίγες ημέρες, μου τηλεφώνησε φίλος: «Το κλίμα δείχνει πως ο Μητσοτάκης βρίσκεται στην αρχή μιας δεκαετούς κυριαρχίας», σχολίασε. Μπορεί, αλλά μη βιάζεσαι, απάντησα. Ξέρεις πόσους έχω ακούσει μέχρι τώρα να ετοιμάζονται για μακρά παραμονή στην εξουσία;

Θυμήθηκα, μάλιστα, ένα περιστατικό. Ηταν άνοιξη του 2015. Το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ στις δημοσκοπήσεις ήταν στο 40% και η δημοφιλία του Αλ. Τσίπρα απογειωμένη. Εκείνες τις μέρες, συνάντησα έναν γνωστό μου: «Ξέρεις, είδα έναν της κυβέρνησης και μου είπε ενθουσιασμένος “θα κυβερνάμε για τα επόμενα είκοσι χρόνια”, λες;» με ρώτησε ανήσυχος. Γέλασα! Και πού το ξέρει αυτός, αστειεύτηκα, σε χαρτορίχτρα πήγε;

Ο γνωστός μου ήταν θαμπωμένος από τις δημοσκοπήσεις και την αυτοπεποίθηση των τότε κυβερνητικών, όπως πολλοί σήμερα. Κι όμως, τα τελευταία εκατό χρόνια, ουδέποτε Ελληνας πρωθυπουργός κυβέρνησε περισσότερα από οκτώ συνεχόμενα χρόνια. Σε συνθήκες κρίσης μάλιστα, τίποτε δεν εγγυάται ούτε τη δεύτερη, τουλάχιστον πλήρη, θητεία. Τα πιθανά 7-8 χρόνια συνεχούς διακυβέρνησης των ετών 1974-2009 κατέβηκαν στη συνέχεια δραματικά.

Κι εδώ αναδύεται μια μεγάλη αντίφαση της ελληνικής πολιτικής ζωής. Ενώ οι κυβερνήσεις είναι πανίσχυρες, ενισχυμένες από τα πιο απίθανης έμπνευσης πλειοψηφικά εκλογικά συστήματα, δεν μακροημερεύουν στην εξουσία – γιατί βεβαίως η «μία συν μία θητεία» δεν συνιστά και κανένα κατόρθωμα.

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, γιατί δεν είχαμε ποτέ στη χώρα μας Μέρκελ (2005-), Κολ (1982-1998), Γκονζάλες (1982-1996), Θάτσερ (1979-1990), Κράισκι (1970-1983), Βρανίτζκι (1986-1997) ή Ερλάντερ (1946-1969), για να χρησιμοποιήσω παραδείγματα μακράς πρωθυπουργικής θητείας από πέντε διαφορετικές χώρες.

Αυτή η αντίφαση είναι το σύμπτωμα βαθύτερων προβληματικών καταστάσεων της πολιτικής μας λειτουργίας. Στην Ελλάδα, η πρωθυπουργοκεντρική εξουσία, τα πλειοψηφικά εκλογικά συστήματα, οι εξαρτημένοι από την εκτελεστική εξουσία θεσμοί, η υποταγή της δημόσιας διοίκησης στην κυβέρνηση μετατρέπουν την πολιτική στο απόλυτο ανταγωνιστικό παιχνίδι.

Στη χώρα μας, όταν αλλάζουν οι κυβερνήσεις, δεν αλλάζουν απλώς κάποιες πολιτικές, οι υπουργοί και οι πρωθυπουργοί. Ενα ολόκληρο δίκτυο ανθρώπων αντικαθίσταται. Δεν πρόκειται απλώς για μαζική μετακόμιση αλλά για αντικατάσταση διασυνδέσεων.

Διακυβέρνηση στην Ελλάδα σημαίνει ένα σύστημα ανισοβαρούς ισορροπίας μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης. Η πρώτη ρέπει στο να ελέγξει τα πάντα. Τοποθετεί όπου μπορεί κομματικούς (μερικές φορές ακόμη και με κίνδυνο γελοιοποίησης), διανέμει πόρους στους «φίλους», επιχειρεί τον αποκλεισμό των αντιπάλων κι όταν αυτοί διαμαρτύρονται, τους απειλεί.

Η συστηματική απόπειρα «πνιγμού» της αντιπολίτευσης από τις κυβερνήσεις, με τη χρήση θεσμικών και εξωθεσμικών εργαλείων, οδηγεί την αντιπολίτευση στην επιλογή τής πιο αποτελεσματικής στρατηγικής κάτω από τέτοιες συνθήκες: τον λαϊκισμό. Ο λαϊκισμός και η πόλωση στην Ελλάδα δεν υπάρχουν στο γονίδιο των πολιτικών, ούτε είναι στην «κουλτούρα» των Ελλήνων, όπως αναμασάμε.

Ο λαϊκισμός στη χώρα μας συνιστά πρωτίστως μια ορθολογική στρατηγική διεκδίκησης της εξουσίας με καλύτερους όρους. Απέναντι στις παντοδύναμες κυβερνήσεις, τον θεσμικό έλεγχο και τη διαπλοκή, οι αντιπολιτεύσεις αντιπαραθέτουν μια δημαγωγική στρατηγική που τους επιτρέπει να διευρύνουν τις πελατείες τους και να υπονομεύουν την κυβέρνηση.

Ο λαϊκισμός αποδείχθηκε διαχρονικά το ισχυρότερο όπλο της εκάστοτε αντιπολίτευσης. Καμιά κυβέρνηση δεν μακροημέρευσε διότι καταρριπτόταν στον αέρα από τα λαϊκιστικά πυρά.

Ετσι διαμορφώθηκε ένας φαύλος κύκλος. Οι κυβερνήσεις θέλουν να ελέγχουν τα πάντα (δημόσια διοίκηση, ενημέρωση και επιχειρηματικότητα) και οι αντιπολιτεύσεις επιχειρούν ανηλεώς να πριονίζουν τις κυβερνήσεις. Οταν οι κυβερνήσεις «ενδίδουν» στον λαϊκισμό, οι αντιπολιτεύσεις αυξάνουν τη δόση του. Οταν οι αντιπολιτεύσεις γίνονται διαλλακτικές, οι κυβερνήσεις τις αφυδατώνουν (δείτε την περίπτωση Ν.Δ. με το ΚΙΝΑΛ).

Αυτός ο φαύλος κύκλος πρέπει να σπάσει. Το παιχνίδι πρέπει να γίνει περισσότερο συμμετοχικό και συνεργατικό· να βασίζεται λιγότερο στον ανταγωνισμό και στον αποκλεισμό.

Συμμετοχικότητα και συνεργατικότητα υποδηλώνουν συναινέσεις. Αν θέλουμε συναινέσεις, πρέπει να μειώσουμε την πόλωση. Για να συμβεί αυτό, πρέπει να μειώσουμε τη σημασία των εκλογών και τον αριθμό αυτών που εξαρτώνται επαγγελματικά από το εκλογικό αποτέλεσμα. Για να μειώσουμε τη σημασία των εκλογών, χρειάζονται αναλογικά συστήματα (με «κατώφλι εισόδου» 3% ή και 5% ακόμη, για να αποφεύγουμε και τα «νούμερα»).

Αμεσα, η κυβέρνηση πρέπει να δώσει προτεραιότητα στο να παραχωρήσει περισσότερο χώρο στην αντιπολίτευση, να αποπολιτικοποιηθεί και να διευρυνθεί η συμμετοχή μέσα στο σύστημα λήψης αποφάσεων, διανομής πόρων και ανακύκλωσης των ελίτ. Οσο στα νοσοκομεία και στις προσφυγικές δομές, για παράδειγμα, μπαίνουν οι «κολλητοί», όσο γενικοί γραμματείς των υπουργείων ορίζονται μη εκλεγέντες βουλευτές, θα αναπαράγεται το νοσηρό κλίμα.

Εντέλει, όποιος θέλει να κυβερνήσει αποτελεσματικά και μακρόπνοα πρέπει να θυμάται ότι στη δημοκρατία υπάρχει αντιπολίτευση, που δικαιούται να προσδοκά να συμμετάσχει στη διακυβέρνηση. Οποιος προσπαθεί να στερήσει οξυγόνο από την αντιπολίτευση, πιστεύοντας ότι θα κυβερνάει για πάντα, εκτός του ότι αυταπατάται, ζημιώνει την ίδια τη χώρα διαιωνίζοντας τον κύκλο της πόλωσης και του λαϊκισμού.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *