Πώς μπορεί να ηττηθεί ο Ντόναλντ Τραμπ

Οι κατά καιρούς δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για τον κορωνοϊό έχουν προκαλέσει έντονες επικρίσεις από τους ειδικούς, αλλά και πολλά σκωπτικά σχόλια.

Απομένουν περίπου 200 ημέρες μέχρι τις αμερικανικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου και η πλεύση προς αυτές θα γίνει σε αχαρτογράφητα θολά νερά. Ανάμεσα στους αστάθμητους παράγοντες που πρόκειται να καθορίσουν το τελικό αποτέλεσμα θα είναι, ασφαλώς, η εξέλιξη της πανδημίας του κορωνοϊού στην Αμερική και οι επιπτώσεις της στην οικονομία της χώρας. Το δυσκολότερο όμως ερώτημα αυτών των εκλογών είναι άλλο: Με ποιον τρόπο μπορεί να ηττηθεί ο λαϊκιστής πρόεδρος της Αμερικής;

Ερευνες δείχνουν πως, όταν οι λαϊκιστές κερδίζουν την εξουσία, τείνουν να τη διατηρούν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η εξήγηση γι’ αυτό βρίσκεται στο ιδιαίτερο μοντέλο διακυβέρνησης που ακολουθούν οι λαϊκιστικές κυβερνήσεις, το οποίο, όπου δοκιμάστηκε, αποδείχθηκε εξαιρετικά επιτυχημένο. Αυτό εμπεριέχει τέσσερα αλληλένδετα στοιχεία που, όταν συμπίπτουν, καταλήγουν στη δημιουργία μιας συμπαγούς μάζας ψηφοφόρων που προτιμούν τον λαϊκισμό. Ποια είναι αυτά τα στοιχεία;

• Το πρώτο από αυτά είναι η παρουσία ενός ηγέτη (προέδρου ή πρωθυπουργού) με έλεγχο πάνω στο κόμμα του και αποφασισμένου να κυβερνήσει δίχως να σέβεται τη θεσμική τάξη και τη συνταγματική νομιμότητα.

• Το δεύτερο στοιχείο, απόρροια της κλασικής αντίληψης των λαϊκιστών ότι η κοινωνία χωρίζεται ανάμεσα στον ηθικό «λαό» και στις διεφθαρμένες «ελίτ», είναι η αδιάκοπη δημιουργία πόλωσης, η οποία, αφενός μεν διχάζει την κοινωνία, αφετέρου δε εξωθεί την κεντρώα αντιπολίτευση να κινηθεί προς τα άκρα.

• Το τρίτο στοιχείο του κυβερνώντος λαϊκισμού είναι ο κατά δυνατόν ευρύτερος έλεγχος του κράτους και, κυρίως, οι επιθέσεις ενάντια στους πυλώνες της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όπως είναι η Δικαιοσύνη, ο Τύπος, οι ανεξάρτητες αρχές – δηλαδή, οι θεσμοί που απαιτούν εξειδικευμένη γνώση και έχουν ως κύριο ρόλο τους τον έλεγχο της εξουσίας.

• Το τέταρτο στοιχείο των λαϊκιστικών κυβερνήσεων είναι η μεροληπτική τους στάση προς φίλιες κοινωνικές ή οικονομικές ομάδες και, ταυτοχρόνως, ο παραγκωνισμός των ιδεολογικών και πολιτικών τους αντιπάλων.

Οπως πρόσφατα διαπιστώσαμε στη χώρα μας, η εκλογική ήττα των λαϊκιστών προϋποθέτει τη διαμόρφωση μιας πλειοψηφικής βάσης στην κοινωνία που απαιτεί την απόρριψη του λαϊκιστικού μοντέλου διακυβέρνησης και την επιστροφή σε μια μορφή θεσμικά ισχυρής φιλελεύθερης δημοκρατίας. Στην αρχή μιας τέτοιας διαδικασίας πάντοτε υπάρχει ένας αντι-λαϊκιστής ηγέτης που κατορθώνει να πετύχει αρκετούς πολιτικούς άθλους. Στην περίπτωση της σημερινής Αμερικής, αυτοί είναι οι εξής:

• Ο πρώτος άθλος που πρέπει να πραγματοποιήσει ο αντίπαλος του Τραμπ είναι να επιβάλει την ηγεσία του και να ενώσει ένα κόμμα που, αυτήν τη στιγμή, ταλαιπωρείται από πολλές εσωτερικές αντιθέσεις.

Οι Δημοκρατικοί ψηφοφόροι βρίσκονται διασκορπισμένοι σε ένα ευρύ ιδεολογικό φάσμα που εκτείνεται από τον αριστερό ριζοσπαστισμό έως τη μετριοπαθή πτέρυγα των Ρεπουμπλικανών. Το εγχείρημα είναι κάθε άλλο παρά εύκολο. Υπάρχει ένα κακό προηγούμενο: Το 2016, πολλοί ψηφοφόροι που κατά τις προκριματικές εκλογές είχαν υποστηρίξει τον γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς προτίμησαν κατά την προεδρική εκλογή είτε να απόσχουν είτε να δώσουν την ψήφο τους στον Τραμπ αντί της τότε «κεντρώας» αντιπάλου του, πράγμα που σε μεγάλο βαθμό έκρινε το τελικό αποτέλεσμα.

• Ο δεύτερος άθλος του Δημοκρατικού υποψήφιου είναι να προτείνει ένα συνεκτικό και ρεαλιστικό κυβερνητικό πρόγραμμα, προσαρμοσμένο ειδικά στις ανάγκες των μεσαίων τάξεων.

Με βέβαιο δεδομένο ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν στις νέες συνθήκες που δημιούργησε ο κορωνοϊός, το ζητούμενο για τον μέσο Αμερικανό θα είναι μια κυβέρνηση ικανή να χειριστεί αποτελεσματικά την πολύπλευρη κρίση της χώρας. Ενα τέτοιο πρόγραμμα χρειάζεται να εμπεριέχει ρεαλιστικές λύσεις σε τρία καίρια ζητήματα: την επανεκκίνηση της οικονομίας, τη δημιουργία ενός δημόσιου συστήματος υγείας (τουλάχιστον για εκείνους που το επιθυμούν), και την επιστροφή της Αμερικής στις παραδοσιακές συμμαχίες της ώστε να αναλάβει ξανά πρωταγωνιστικό διεθνή ρόλο. Αλλα επίσης σημαντικά θέματα προς αντιμετώπιση θα είναι η κλιματική αλλαγή, η οπλοκατοχή, και, ίσως πάνω απ’ όλα, η αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής.

• Ο τρίτος άθλος για τον Δημοκρατικό υποψήφιο είναι να αποφύγει την παγίδα της πόλωσης, αφού αυτή ευνοεί μόνο τον Τραμπ. Πρέπει, αντιθέτως, να υιοθετήσει ένα περιεκτικό πολιτικό στυλ που να απευθύνεται σε όλους τους ψηφοφόρους με προγραμματικό και πειστικό λόγο.

Επιπλέον, και εφόσον, λόγω της πανδημίας, η προεκλογική εκστρατεία θα διεξαχθεί κυρίως τηλεοπτικά και ψηφιακά, ο αντίπαλος του Τραμπ θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος για μια τέτοιου είδους προεκλογική καμπάνια. Οπως έχει αποδειχθεί, ο Τραμπ διαθέτει έντονη τηλεοπτική περσόνα, έχει για χρόνια επενδύσει σε ψηφιακές πλατφόρμες κοινωνικών δικτύων και απολαμβάνει την υποστήριξη μεγάλης μερίδας του Τύπου. Ωστόσο, όπως απέδειξε η πανδημία, του λείπει το πρόγραμμα και, συνεπώς, τα λογικά επιχειρήματα.

• Ο τέταρτος άθλος για τον αντίπαλο του Τραμπ θα είναι να πείσει το εκλογικό σώμα ότι η δική του ιδέα της δημοκρατίας είναι προτιμότερη από την αμετροεπή δημαγωγία και ότι οι θεσμοί της θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις αυριανές κρίσεις καλύτερα από τον λαϊκισμό του παρόντος.

Σε μια τέτοια κυβέρνηση θα απαιτηθούν άνθρωποι με εξειδικευμένες τεχνικές γνώσεις, νέες ιδέες, καινοτόμες λύσεις. Είναι λοιπόν απαραίτητο ο υποψήφιος των Δημοκρατικών να αναδείξει από νωρίς ένα σκιώδες υπουργικό συμβούλιο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας με τη συμμετοχή προοδευτικών Δημοκρατικών (παράδειγμα, Αλεξάνδρια Οκάσιο-Κόρτεζ) μετριοπαθών Ρεπουμπλικανών (παράδειγμα, Μιτ Ρόμνεϊ) και μη πολιτικών τεχνοκρατών (παράδειγμα, Μπιλ Γκέιτς).

Οπως κάθε άθλος, έτσι και οι παραπάνω –ειδικά μάλιστα αυτοί– είναι δύσκολο να επιτευχθούν, ιδίως όταν λείπει ο κατάλληλος ηγέτης. Ηδη, οι δυνατότητες του 78χρονου Τζο Μπάιντεν εγείρουν σκεπτικισμό και δεν αποκλείεται η πιθανότητα οι Δημοκρατικοί να δώσουν, εντέλει, το χρίσμα σε άλλον υποψήφιο. Οποιος όμως κι αν είναι αυτός, θα βοηθούσε τον ίδιο και τους επιτελείς του αν φρόντιζαν να μάθουν με ποιον τρόπο όλοι οι παραπάνω άθλοι επιτεύχθηκαν πρόσφατα στη δική μας χώρα, με αποτέλεσμα την ήττα του λαϊκισμού. Στο κάτω κάτω, αυτό που συνέβη στην Ελλάδα γιατί να μην επαναληφθεί στην Αμερική;

* Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας στο πανεπιστήμιο του Ελσίνκι. Το παραπάνω κείμενο βασίζεται σε πρόσφατο άρθρο του συγγραφέα που δημοσιεύθηκε στο «Journal of Democracy» με τίτλο «The pushback against populism: The rise and fall of Greece’s new illiberalism».

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *