Ποιος είναι ρατσιστής;

«Ο πατέρας μου ήθελε να ζήσει εδώ γιατί πίστευε πως η ελληνική κουλτούρα και η εκπαίδευση θα είναι σημαντικά για μας» λέει, μεταξύ άλλων, στην τηλεοπτική του συνέντευξη ο Γιάννης Αντετοκούνμπο. Κατά τα λοιπά περιγράφει τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, την αγωνία του μήπως απελαθούν οι γονείς του, αφού δεν είχαν χαρτιά, τον ρατσισμό που ένιωσε επειδή ήταν μαύρος «σε μια χώρα λευκών». Η εξομολόγησή του ξεσήκωσε θύελλα. Είναι δυνατόν να μας αποκαλεί ρατσιστές ο αχάριστος; Κάποιος μάλιστα τον αποκάλεσε «πίθηκο» – έτσι για να δείξει την ευγένεια της φυλής μας.

Ο Αντετοκούνμπο γεννήθηκε το 1994 από Νιγηριανούς γονείς. Μεγάλωσε δηλαδή στην Ελλάδα της δεκαετίας του ενενήντα και όταν έγιναν οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν δέκα ετών. Οντως η Ελλάδα ήταν μια χώρα λευκών που αντιμετώπιζε όσους μαύρους Αφρικανούς ζούσαν εδώ ως περίεργα εξωτικά όντα.

Η πρώτη επαφή της ελληνικής κοινωνίας με οικονομικούς μετανάστες έγινε μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Και οι αντιδράσεις απέναντι στους Αλβανούς οφείλονταν εν μέρει σε ένα ψυχικό σύνδρομο: θύμιζαν την Ελλάδα της ψωροκώσταινας, αυτήν που στα χρόνια της «αστακομακαρονάδας» θέλαμε να ξεχάσουμε. Οσοι δούλεψαν σκληρά έστειλαν τα παιδιά τους σχολείο και απέκτησαν ιδιοκτησίες. Δεν ζήτησαν επιδοτήσεις.

Για να φτάσεις στο επίπεδο του Αντετοκούνμπο χρειάζεται και σκληρή δουλειά και αυτοπειθαρχία και σίγουρα ταλέντο. Οταν η Ελλάδα ξόδευε ό,τι είχε και δεν είχε, αυτός πάλευε να πετύχει μια καλύτερη ζωή απ’ αυτήν που είχε. Και όχι μόνον τα κατάφερε αλλά δεν χάνει ευκαιρία να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του στη χώρα που του επέτρεψε να τα καταφέρει. Αυτοπροσδιορίζεται ως «Ελληνο-Νιγηριανός». Θα μπορούσε να δηλώνει «Αμερικανός» και κανείς δεν θα είχε αντίρρηση. Κέρδισε την Ελλάδα με την αξία του και την κέρδισε επειδή ήθελε να την κερδίσει χάρη στον πατέρα του που εκτιμούσε την κουλτούρα της, κι ας ήταν ένας φτωχός Νιγηριανός που ζούσε χωρίς χαρτιά, με τον φόβο της απέλασης.

Ρατσισμός είναι να κρίνεις τον «άλλον» από το χρώμα του δέρματός του ή τον φυλετικό του προσδιορισμό. Ο Αντετοκούνμπο το έζησε αυτό και είχε τη δύναμη να το ξεπεράσει. Θα μου πείτε δεν έχουν όλη την ίδια δύναμη. Η ζωή είναι άδικη; Μάλλον. Πάντως ακόμη και στη χώρα όπου ανταμείβει με τον φθόνο της όσους ξεχωρίζουν, αυτός όχι μόνον τα κατάφερε αλλά έγινε και δημοφιλής. Τέτοιους μετανάστες χρειάζεται η Ελλάδα κι ας μην έχουν το ταλέντο του Αντετοκούνμπο και του αδελφού του Θανάση. Μετανάστες που τη σέβονται και κοπιάζουν για να κατακτήσουν τη θέση τους στην κοινωνία κι ας είναι περιπτεράδες κι ας δουλεύουν στην οικοδομή ή στα χωράφια.

Είναι η περίπτωση με τη μαζική μετανάστευση των τελευταίων ετών; Την επιδοτούμενη από την Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, τις ΜΚΟ και τις ευγενικές χορηγίες του ελληνικού κράτους; Πληθυσμοί ολόκληροι οι οποίοι μόλις περνούν τα σύνορα ζητούν δικαιώματα χωρίς να αισθάνονται καμία υποχρέωση απέναντι στη χώρα από την οποία τα ζητούν; Τους προωθούν όπου υπάρχει κενό, τους στριμώχνουν σε δομές ή σε διαμερίσματα του κέντρου της Αθήνας, κοινώς σε γκέτο όπου διατηρείται και τονώνεται το αίσθημα της απομόνωσης, η οποία εύκολα μετατρέπεται σε επιθετικότητα και σε εχθρότητα. Οταν υποστηρίζεις ότι δεν μπορούν να αφομοιωθούν σε μια χώρα που δεν έχει να τους προσφέρει δουλειά δεν είσαι ρατσιστής. Απλώς βλέπεις ό,τι βλέπουν τα μάτια σου.

Ρατσισμός είναι όταν κρίνεις τον «άλλον» από το χρώμα του δέρματός του ή τη φυλετική του ταυτότητα. Σεξισμός όταν τον κρίνεις από το φύλο του. Ομοφοβικός γίνεσαι όταν θεωρείς ότι η ομοφυλοφιλία είναι «παρά φύσιν». Δεν είσαι ρατσιστής ή ομοφοβικός όταν βρίσκεσαι μπροστά σ’ έναν ηλίθιο, λευκό, μαύρο, ετερόφυλο ή ομοφυλόφιλο και τον κρίνεις ως ηλίθιο. Δεν είσαι ρατσιστής και ισλαμόφοβος όταν διαπιστώνεις ότι το Ισλάμ του 21ου αιώνα είναι επιθετικό κι ότι επιτρέπει σε πιστούς του, όπως ο Ερντογάν, να ονειρεύονται το νέο Χαλιφάτο ή να τσαλαπατάνε τον πολιτισμό της Αγίας Σοφίας.

Οταν βέβαια η αξιοπρέπεια του λεξιλογίου σου εξαρτάται από τη δουλικότητα της πολιτικής ορθότητας τότε όντως «ρατσιστής» είναι όποιος δεν αποδέχεται τον «άλλον» μόνον και μόνον επειδή είναι άλλος. Κι ας εφαρμόζει τον νόμο της σαρίας, η ανθρώπινη αξία του κρίνεται. Μήπως αυτή η στάση που ισοπεδώνει τις ανθρώπινες αξίες στο όνομα των δικαιωμάτων της «διαφορετικότητας» είναι η άλλη πλευρά του νομίσματος του ρατσισμού;

Θα μου πείτε ο αντιρατσισμός είναι καλό τονωτικό για τον ναρκισσισμό. Πωλείται σε προσιτές τιμές στο σούπερ μάρκετ της πολιτικής ορθότητας και σε απαλλάσσει από την υποχρέωση της παρατήρησης. Κουραστικό πράγμα η παρατήρηση. Ασε που μπορεί να διαψεύσει τις ιδέες σου και μετά να έχεις κι άλλα πιο υπαρξιακά ζητήματα.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *