Περιβαλλοντική κρίση και οικονομική πολιτική

Εάν πρέπει να αντλήσουμε ένα μάθημα από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, που ολοκληρώθηκε τον περασμένο μήνα, αυτό είναι πως η κλιματική κρίση και η απώλεια οικοσυστημάτων και βιοποικιλότητας είναι πλέον εμφανείς, αλλά και αντιληπτές από τους παγκόσμιους ηγέτες ως οι δύο σημαντικότερες οικονομικές προκλήσεις του μέλλοντος. Αυτό δεν είναι τυχαίο, καθώς αποτελεί πλέον κοινό τόπο πως η περιβαλλοντική κρίση θα είναι ο βασικός υπαίτιος των οικονομικών κρίσεων του (όχι πολύ μακρινού) μέλλοντος. Αυτό επιβεβαιώνεται
και επιστημονικά:

Σύμφωνα με τη μελέτη του N. Stern για τα οικονομικά της κλιματικής αλλαγής, εάν δεν ληφθούν ραγδαία μέτρα για τη συγκράτηση της ανόδου της παγκόσμιας θερμοκρασίας, η κλιματική κρίση αναμένεται να καταστρέφει τουλάχιστον το 5% της παγκόσμιας οικονομίας ετησίως. Επιπλέον, η απώλεια οικοσυστημάτων και βιοποικιλότητας, και ό,τι αυτό συνεπάγεται σε αποθέματα νερού, καλλιεργήσιμη γη, προστασία από φυσικές καταστροφές κ.ο.κ., συνεχίζεται αμείωτη και αναμένεται να κοστίσει 2 με 4,5 τρισ. δολάρια ετησίως έως το 2050, όπως επισημαίνει, μεταξύ άλλων, έκθεση του TEEB (The Economics of Ecosystems and Biodiversity) για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Για να αντιληφθούμε καλύτερα τον βαθμό σύνδεσης του περιβάλλοντος με την ανάπτυξη, μόνο το κόστος της ετήσιας απώλειας παράκτιας προστασίας που παρέχουν τα υφιστάμενα οικοσυστήματα εκτιμάται στο 0,5% του παγκοσμίου ΑΕΠ ανά έτος. 

Ξεκινώντας από τις παραπάνω διαπιστώσεις, νέα έκθεση της συμβουλευτικής PwC για λογαριασμό του WWF («Nature is too big to fail»), που παρουσιάστηκε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, σκιαγραφεί τις τεκτονικές αλλαγές που πρέπει να συντελεστούν στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στην οικονομική διακυβέρνηση για την αντιστροφή αυτών των τάσεων και την αποφυγή δημιουργίας νέων κρίσεων στο οικονομικό σύστημα.

Κατά τη διατύπωση του Τζον Μέιναρντ Κέινς, ο χρηματοπιστωτικός κλάδος (τράπεζες και άλλοι επενδυτικοί φορείς) αποτελεί «το νευρικό σύστημα του καπιταλισμού». Αποφασίζοντας το πού θα διοχετεύσει επενδυτικά κεφάλαια, καθορίζει την κατεύθυνση του παραγωγικού μοντέλου και, με βάση την κατεύθυνση των χρηματορροών, διαχειρίζεται και δημιουργεί κινδύνους που αποτελούν ρίσκο για το σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας, όπως κατέδειξε περίτρανα η κρίση που ξεκίνησε από την κατάρρευση της Wall Street το 2008.

Ωστόσο, στο σημερινό πλαίσιο, όπως επισημαίνει η νέα έκθεση της PwC για λογαριασμό του WWF, το ρίσκο είναι διττό.

Από τη μια πλευρά, η σημερινή κατεύθυνση των επενδύσεων που διοχετεύει ο χρηματοπιστωτικός τομέας σε επιχειρήσεις προς περιβαλλοντικά μη βιώσιμες δραστηριότητες είναι ένας βασικός «αρωγός» της περιβαλλοντικής και κλιματικής κρίσης που βιώνουμε. Από την άλλη πλευρά, η έκθεση των ίδιων των τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε περιβαλλοντικά μη βιώσιμες δραστηριότητες (π.χ. ορυκτά καύσιμα) και σε δραστηριότητες που πλήττονται απευθείας από την περιβαλλοντική κρίση (π.χ. το αγροδιατροφικό σύστημα) κινδυνεύει να αχρηστέψει τρισεκατομμύρια επενδύσεων «κοκκινίζοντας» υφιστάμενα δάνεια και επενδύσεις (stranded assets). Σε αυτό το πλαίσιο, το περιβαλλοντικό ρίσκο μεταφράζεται σε οικονομικό ρίσκο, με εν δυνάμει «συστημικές» επιπτώσεις σε όλο το φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας.

Σε αυτές τις νέες προκλήσεις οφείλουν να απαντήσουν με νέα εργαλεία οικονομικής και νομισματικής πολιτικής τόσο οι κεντρικές τράπεζες όσο και οι εποπτικές αρχές, οι θεσμοί δηλαδή που είναι υπεύθυνοι για τη σταθερότητα του τραπεζικού και ευρύτερου χρηματοοικονομικού συστήματος. Ως εκ τούτου, οι συγγραφείς της έκθεσης «Nature is too big to fail» καλούν «τις κεντρικές τράπεζες και τις εποπτικές αρχές να αξιολογήσουν το οικονομικό ρίσκο της περιβαλλοντικής υποβάθμισης ενδελεχώς […] καθώς οι πιθανότητες χρηματοοικονομικής αστάθειας αυξάνονται μέρα με τη μέρα […] όσο δεν αντιμετωπίζονται η κλιματική αλλαγή και η κατάρρευση της βιοποικιλότητας». Ταυτόχρονα, καλούν για ευθυγράμμιση των δημόσιων και ιδιωτικών χρηματορροών με τους παγκόσμιους στόχους προστασίας και αποκατάστασης βιοποικιλότητας και οικοσυστημάτων. Στην Ελλάδα, η ελπιδοφόρος συμμετοχή της Τράπεζας της Ελλάδος στη διεθνή πρωτοβουλία των κεντρικών τράπεζων NGFS (Network for Greening the Financial System) δεν έχει μέχρι στιγμής μεταφραστεί στις απαραίτητες αλλαγές της εποπτικής και ευρύτερης δανειοδοτικής πολιτικής, με σκοπό αφενός τη μείωση του ρίσκου για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και αφετέρου την ανακατεύθυνση των χρηματορροών από περιβαλλοντικά επιζήμιες επενδύσεις προς τη μετάβαση σε ένα παραγωγικό μοντέλο χαμηλού οικολογικού αποτυπώματος.

Τα εργαλεία που αναπτύσσονται διεθνώς, και που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στη χώρα μας, είναι πολλαπλά, από τη χρήση διαφορετικών κεφαλαιακών απαιτήσεων (capital requirements) και αποθεμάτων (capital buffers) για περιβαλλοντικά επιζήμιες ή βιώσιμες επενδύσεις έως κλιματικά και περιβαλλοντικά «stress tests» του τραπεζικού συστήματος.

Ενα είναι το μόνο σίγουρο: η καθυστέρηση στη λήψη μέτρων εκ μέρους των εποπτικών αρχών και των κεντρικών τραπεζών, τόσο διεθνώς όσο και στη χώρα μας, όχι μόνο επιβραδύνει την αντιμετώπιση των προκλήσεων της κλιματικής αλλαγής και της απώλειας βιοποικιλότητας, αλλά απειλεί εν γένει και τη σταθερότητα του οικονομικού συστήματος.

* Οικονομολόγος, υπεύθυνος οικονομικών πολιτικών WWF Ελλάς.  

Δείτε περισσότερες πολιτικές ειδήσεις και πολιτική αρθρογραφία στην κατηγορία Πολιτική.

Ροή ειδήσεων όλο το 24ωρο:

News1

Online εφημερίδα ποικίλης ύλης με νέα και θέματα 24 ώρες το 24ωρο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *