Περί ηττοπάθειας ξανά

Ορισμένοι δεν αντέχουν κάποιες απλές υποθέσεις. Το περασμένο Σάββατο γράφαμε ότι βλέπουμε να επικρατεί μια γενικευμένη ηττοπάθεια στην ελληνική κοινωνία σε ό,τι αφορά πιθανή πολεμική σύγκρουση με την Τουρκία. Δεν είναι μόνον ζήτημα ισχύος και εξοπλισμών (ή το ότι η γείτων έχει μια παράδοση στρατοκρατίας που εμείς δεν έχουμε, καλώς ή κακώς – καλώς κατά την ταπεινή μου γνώμη), ούτε υπήρχε η παραμικρή διάθεση περιφρόνησης των Ενόπλων Δυνάμεων. Υπενθυμίζω επ’ αυτού την καταληκτική μου παράγραφο: «Η Ελλάδα χρειάζεται και ισχυρές, σύγχρονες Ενοπλες Δυνάμεις δίχως δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία. Στις φρεγάτες, στα νησιά, στα πολεμικά αεροσκάφη, βρίσκονται δικά μας παιδιά, επαγγελματίες στρατιωτικοί και κληρωτοί. Αξίζουν κάτι καλύτερο σε υποδομές, οργάνωση, αμοιβές, για όταν χρειαστεί να ρισκάρουν τη ζωή τους για εμάς». Υπενθυμίζω επίσης τον τίτλο του άρθρου: «Εχθρός μας η ηττοπάθεια».

Το να προβαίνεις σε μια διαπίστωση, η οποία μπορεί και να είναι εσφαλμένη (και μακάρι να είναι!) και γι’ αυτό να θεωρείσαι αυτομάτως κάτι σαν εθνοπροδότης που φτύνει στους τάφους όσων έπεσαν μαχόμενοι για αυτή τη χώρα, νομίζω πως, αν μη τι άλλο, είναι άδικο.

Το πρόβλημα, έγραφα, είναι ευρύτερο: έπειτα από δέκα χρόνια κρίσης σε όλα ουσιαστικά τα επίπεδα της πολιτικής και κοινωνικής μας ζωής (και της στρατιωτικής – συγκοινωνούντα δοχεία είναι όλα), με έντονα τοξικό εσωτερικό πολιτικό μέτωπο και με τους διεθνείς παράγοντες να τρεκλίζουν από τις δικές τους αδυναμίες, πόσο «προδοτικό» είναι να συμπεράνει κάποιος ότι επικρατεί ηττοπάθεια;

Δεν μας αρέσει να το ακούμε; Προφανώς! Ούτε και σε εμένα. Οποιος πάντως έχει υπηρετήσει τη θητεία του τα τελευταία είκοσι με τριάντα χρόνια τουλάχιστον έχει πολλές ιστορίες να διηγηθεί για απίστευτες προχειρότητες και παθητικές, δημοσιοϋπαλληλικές νοοτροπίες από μόνιμους βαθμοφόρους. Και ξέρουμε καλά εις βάρος ποίων στρέφονται αυτές οι νοσηρές νοοτροπίες: εις βάρος του κομματιού του στρατεύματος που κρατάει το ηθικό υψηλό και είναι έτοιμο να ριχτεί στο πεδίο της μάχης.

Ο παππούς του γράφοντος προήχθη επ’ ανδραγαθία στον Σαγγάριο τον Αύγουστο του 1921, όπως, φυσικά, και πολλές άλλες εκατοντάδες Ελληνες. Κι όμως η Ελλάδα ηττήθηκε τότε στρατηγικά. Και ήταν μια μοιραία ήττα για τη συνέχεια.

Το Σεπτέμβριο του 1921 ο τότε αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Θ. Φεσσόπουλος αναλαμβάνει τη διοίκηση ενός ευζωνικού συντάγματος και βλέπει αξιωματικούς(!) να φεύγουν με άδεια και να μην επιστρέφουν ποτέ ή βρίσκει τη μονάδα «εις τοιαύτην κατάστασιν ανταρσίας» («Αι διχόνοιαι των αξιωματικών μας και η διάλυσις του στρατού μας εν Μ. Ασία», Αθήναι, 1934). Λίγους μήνες μετά, τον έπαψαν από τα καθήκοντά του. Δυστυχώς, όπως αποδείχθηκε το 1922, δεν έλεγε παράλογα πράγματα.

Εύχομαι ολόψυχα να μην προκληθεί κανένα πολεμικό επεισόδιο σήμερα. Και αν προκληθεί, να διαψευστώ για την ηττοπάθεια που με φοβίζει και να δικαιωθούν όσοι θεώρησαν πως όσα έγραψα ήταν εσφαλμένα – κι ας ήταν προσβλητικοί στο ύφος τους απέναντί μου. 

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *