Ούτε δαίμονες ούτε άγγελοι

Εξαρχής οι δύο πρωταγωνιστές της ταινίας «Παρί» είναι δύο ξένοι σε μια ξένη χώρα. Δύο γονείς από το Ιράν που αναζητούν τον φοιτητή –έτσι νομίζουν τουλάχιστον– γιο τους στην Αθήνα. Προσγειώνονται στο «Ελευθέριος Βενιζέλος». Εκείνη μια νέα και όμορφη γυναίκα με τσαντόρ, εκείνος ένας μεσήλικας Ιρανός, αυστηρός αλλά ευγενής και καλοπροαίρετος, βυθίζονται σε μια δαιδαλώδη νυχτερινή Αθήνα βρώμικη, απειλητική, γεμάτη γκράφιτι και συγκρούσεις στα Εξάρχεια ανάμεσα σε ΜΑΤ και αντιεξουσιαστές. Ο γιος είχε γραφτεί στο πρώτο έτος του Πολυτεχνείου αλλά δεν παρακολούθησε μαθήματα. Τρία χρόνια μετά οι γονείς του ανακαλύπτουν εμβρόντητοι, από την πρεσβεία τους στην Αθήνα, ότι αγνοούσαν την αλήθεια. Ποια είναι όμως η πραγματικότητα;

Ο βραβευμένος Ιρανός σκηνοθέτης Σιαμάκ Ετεμάντι, που ζει 25 χρόνια στην Αθήνα, κάνει το πρώτο βήμα του στη μεγάλου μήκους παραγωγή συνδυάζοντας πολλές ταυτότητες, αντικρουόμενες, με τρόπο ήπιο και στοχαστικό. «Οσο δύσκολη κι αν είναι η ζωή σου, όσο σκοτεινά κι αν είναι τα μονοπάτια σου, κάπου πας.

Εφόσον είσαι αληθινός, κάπου θα σε βγάλει», λέει ο σκηνοθέτης αντλώντας από την περσική ποίηση των Σούφι και ειδικότερα του σπουδαίου Τζελαλεντίν Ρούμι.

Η Αθήνα που «βλέπουν» οι γονείς δεν έχει τίποτα το ωραίο και ελκυστικό, το ομολογούν κιόλας, καθώς το γύρω τοπίο εντείνει την αγωνία τους στην προσπάθειά τους να βρουν ίχνη του Μπαμπάκ, του γιου τους.

«Τι είμαστε τελικά, αν δεν είμαστε όλα αυτά που οι άλλοι λένε ότι είμαστε;», σχολιάζει ο Σ. Ετεμάντι. «Αν δεν μένουμε στην πατρίδα που γεννηθήκαμε, αν δεν μιλάμε τη μητρική μας γλώσσα, αν ακόμη και η ιδιότητά σου ως μητέρα ή ως πατέρας δεν ισχύει πια, ποιος είσαι; Ο χαρακτήρας πρέπει να περάσει αυτά τα στρώματα της αλλαγής για να δούμε τι άλλο μένει, όταν χάσει τα πάντα».

Πράγματι, η Παρί (την ερμηνεύει υποδειγματικά η Ιρανογερμανίδα Μελίκα Φορουτάν) χάνει, σταδιακά, τα πάντα. Τη δεσμευτική ταυτότητα της Ιρανής, τον άνδρα της, τον τρόπο που ήξερε να κινείται ανάμεσα στον κόσμο. Κι αυτό είναι, ίσως, το νήμα που διαπερνά την ταινία (η οποία προβάλλεται ήδη στους θερινούς).

Καθώς η πόλη χάνει την αίγλη των σημείων αναφοράς της και οι άνθρωποι που κινούνται σε αυτήν την άσχημη Αθήνα, μας αρέσουν ή όχι, είναι υπαρκτοί και οργανώνουν με τον τρόπο τους την καθημερινότητά τους (πόρνες, μικροκακοποιοί, θρησκευόμενοι, μετανάστες, κ.ο.κ), η πραγματικότητα αποκτά μια άλλη διάσταση· ούτε ωραιοποιημένη, ούτε στερεοτυπική, ούτε φοβιστική, ούτε απωθητική. Ούτε δαίμονες ούτε άγγελοι. Κι αυτή η γυναίκα βρίσκει σιγά σιγά τα πατήματά της, χωρίς να μπορεί να συνεννοηθεί με πληρότητα σε κάποια γλώσσα (λίγα, στοιχειώδη, αγγλικά), κατανοεί το διαφορετικό που το παιδί της πρώτο επέλεξε. Οπως επέλεξε και την «εξαφάνισή» του, σα μια μορφή ελευθερίας, χωρίς δεσμεύσεις να «γίνει κάτι», με εξάρτυση την αγάπη του στην ποίηση και στη θάλασσα.

Η πόλη και οι άνθρωποι του Σιαμάκ Ετεμάντι ξαφνιάζουν. Είναι αυτοί που είναι, δεν θέλει να τους διορθώσει, δεν τους επιτιμά, δεν τους καταδικάζει. Είναι πολλές οι διαδρομές που ένας «ξένος», ο οποίος ζει ήδη 25 χρόνια στην Αθήνα, μπορεί να ακολουθήσει. Πίσω από τη, δεδομένη, μυθοπλασία και τις συμβάσεις της κινηματογραφικής τέχνης, διακρίνει κανείς τον τρόπο που ένας πρώην μετανάστης παρατηρεί και καταγράφει το κέντρο της πόλης, τα Εξάρχεια, τον χώρο του Πολυτεχνείου. Μια δυσάρεστη όψη, αλλά όχι καλλιτεχνικά αποτυπωμένη. Βιωμένη. Σκληρή, σχεδόν απωθητική. Ενας πολιτογραφημένος Ελληνας, εδώ και χρόνια, που αγαπά την Ελλάδα και τους μύθους της, που μόνο καλά λόγια έχει να πει για τη νέα πατρίδα του και τους ανθρώπους της. Ανοίγεται στα διεθνή Φεστιβάλ, συνθέτει από ανόμοιους κόσμους (το Ιράν και την Ελλάδα), δεν αποκλείει αλλά και δεν κολακεύει. «Γράφει» τις εικόνες του μέσα σε επάλληλους κύκλους. Οι Ιρανοί επισκέπτες/γονείς, απεκδύονται τα χαρακτηριστικά τους λόγω επιλογής (η μητέρα) ή ανωτέρας βίας (ο πατέρας). Αλλά η αύρα τους και ο τρόπος που σκέφτονται, ζυμώνονται με την κοινωνία της πόλης. Αλλάζουν. Δεν μένουν ίδιοι. Συμμορφώνονται, διαμορφώνονται, αναμειγνύονται αλλά δεν αφομοιώνονται. Παραμένουν τόσο κοντά και τόσο μακριά. Οπως παραμένει και το ερώτημα του σκηνοθέτη: «Τι είμαστε τελικά, αν δεν είμαστε όλα αυτά που οι άλλοι λένε ότι είμαστε»;

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *