Ομόνοια

Είναι πάντως τρομερό, αν πάρει κάποιος μια κάποια απόσταση από τα γεγονότα, όταν σκέφτεσαι από τι χρειάστηκε να περάσει η πλατεία Ομονοίας για να καταλήξει ουσιαστικά εκεί απ’ όπου την αφήσαμε το 1989: στο σιντριβάνι.

Πέρασαν τριάντα ένα χρόνια από τότε που τα νερά στην Ομόνοια έπαψαν να τινάζονται ψηλά και να τρέχουν. Αν δεν κάνω λάθος, ήταν το 1959 που τέθηκε για πρώτη φορά σε λειτουργία το σιντριβάνι, με οπαδούς και φιλάθλους να «βαφτίζονται» σε αυτό. Το καλοκαίρι του 1987, όταν η Εθνική του μπάσκετ κέρδισε το Ευρωπαϊκό, πρέπει να έγινε μία από τις τελευταίες λαϊκές «βουτιές» στα νερά της. Επειτα ήρθε ο εκπληκτικός  «Δρομέας» του Βαρώτσου, ο οποίος όμως μετεγκαταστάθηκε στη συνέχεια. Το γλυπτό αναβαθμίστηκε, αναδείχθηκε, η πλατεία, πάλι, όχι. Μετά τον «Δρομέα», η Ομόνοια παρήκμασε.

Προσωπικά είμαι χαρούμενος που είδα ξανά το σιντριβάνι στην Ομόνοια. Δεν είμαι χαρούμενος με τον σαματά που έγινε, ελάχιστες ημέρες μετά τις πολυσυζητημένες συνάξεις σε πλατείες. Σε αυτή τη συγκυρία, όλο αυτό μπορούσε να λείπει – και δεν μπορώ να πιστέψω ότι τηρήθηκαν τα μέτρα μέσα σε αυτή την κοσμοπλημμύρα. Οι εικόνες και τα βίντεο, εξάλλου, μιλούσαν από μόνα τους.

Το σιντριβάνι στην Ομόνοια είναι μία όαση, το ερώτημα όμως παραμένει: γιατί έπρεπε να περάσει η πλατεία από τόσες «υπόγειες» διαδρομές, να περιπέσει σε τόση τσιμεντένια παρακμή, για να επιστρέψουμε ξανά στο 1989 ή και το 1959; Αυτό είναι απορίας άξιον γενικά για τη χώρα.

Είναι απορίας άξιον πώς κατέληξε εκεί όπου κατέληξε τα τελευταία, πολλά, χρόνια η Ομόνοια. Συγκοινωνιολόγος δεν είμαι, αλλά ακόμα δεν καταλαβαίνω σε τι αποσκοπεί το ότι έπαψε να είναι «δαχτυλίδι» και πεζοδρομήθηκε το κομμάτι μεταξύ Σταδίου και Πανεπιστημίου.

Για την αθλιότητα της Ομόνοιας τα τελευταία χρόνια δεν ευθύνονταν βέβαια οι μετανάστες. Πάντοτε η Ομόνοια ήταν το επίκεντρο του λούμπεν αλλά και του υποκόσμου. Οι σελίδες που της έχουν αφιερώσει οι Γιώργος Ιωάννου, Κώστας Ταχτσής και Μένης Κουμανταρέας, μέσα από τις οποίες αναβιώνει η πλατεία των δεκαετιών του ’70 και του ’80, με τα υπόγεια, δημόσια ουρητήρια και τα πορνοσινεμά, τα καπνισμένα καφενεία, τους φαντάρους και τις τουρίστριες, αναδεικνύουν μια φαντασμαγορική, μέσα στην ακρότητά της, ανθρωπογεωγραφία.

Ζώντας την πλατεία μέσα από την ασφάλεια του οικογενειακού Σιτροέν, παιδί τη δεκαετία του ’70, τα νερά της Ομόνοιας είναι ακόμα μέσα μου συνυφασμένα με τις πολύχρωμες, φωτεινές επιγραφές αεροπορικών εταιρειών στις ταράτσες των κτιρίων της. Αναβόσβηναν, άλλαζαν χρώματα, οι γραμματοσειρές «έπαιζαν»  διαρκώς – ήταν ένα μοναδικό θέαμα που είχε κάτι κοσμοπολίτικο θα έλεγα. Ή όλο αυτό είναι απλώς η πατίνα που αφήνει η παιδική ηλικία στη μνήμη;

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *