Ο ξεχωριστός «κύριος Τάσος»

Στην πασχαλινή «Καθημερινή», μεταξύ των διαφόρων αξιόλογων άρθρων, διάβασα και εκείνο του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου και φυσικά, όπως πάντα, με συγκίνησε (ειδικά μέρες που είναι και επιπλέον όταν βρίσκεσαι εκτός Ελλάδος…). Θα ήθελα, αν μου επιτρέπετε, να παραθέσω ένα γεγονός που συνέβη 65 χρόνια πριν και που με συνδέει, κατά  κάποιον τρόπο, με τον Αρχιεπίσκοπο. Πιστεύω ότι προσθέτει και αυτό κάτι (χωρίς βεβαίως να το έχει ανάγκη), στο πνευματικό μεγαλείο του ανδρός.

Πριν προχωρήσω, μια απαραίτητη εισαγωγή: Ο πατέρας μου, Δημοσθένης Λύκας, ένας  απλός άνθρωπος, ξενοδόχος, στον σταθμό Λαρίσης, παντρεύτηκε την Αθηνά Φλωράκη, τη μεγάλη αδελφή του Χαρίλαου, και απέκτησαν τρία παιδιά. Πρωτότοκος ήταν ο υπογράφων. Η κύρια προσπάθεια και έγνοια των γονιών μου ήταν να αναθρέψουν και να μορφώσουν σωστά τα παιδιά τους, με βάση τις  αρχές που πίστευαν ότι είναι απαραίτητες για να γίνουν «καλοί και χρήσιμοι πολίτες για την κοινωνία» όπως έλεγαν…

Στις αρχές των ετών της δεκαετίας  του ’50 όμως, οι πληγές του Εμφυλίου ήταν πολύ νωπές και φυσικά οι διώξεις των ηττημένων. Ετσι ο πατέρας μου, από φόβο μήπως και ο γιος του ακολουθήσει την κομμουνιστική οδό με τις αναπόφευκτες διώξεις, φυλακίσεις, εξορίες κ.λπ. (προσοχή: δεν έτρεφε ουδεμία άρνηση ή καταδίκη της πολιτικής και των επαναστατικών πράξεων του Χαρίλαου, αντίθετα υπήρχε αλληλοεκτίμηση μεταξύ των δύο ανδρών), έκρινε σωστό να με πείσει να γραφτώ στο κατηχητικό της ενορίας μας, του Αγ. Παύλου, 12ετής, μόλις είχα αρχίσει τις γυμνασιακές μου σπουδές στο Βαρβάκειο.

Τότε, στο κατηχητικό πηγαίναμε 50-60 παιδιά. Από αυτά τα παιδιά οι κατηχητές, μέλη της αδελφότητας «ΖΩΗ» που είχε την ευθύνη της οργάνωσης όλων των κατηχητικών, διάλεγαν 10-15, δηλαδή ένα είδος «ελίτ» και τα έγραφαν στις ΧΜΟ (Χριστιανικές Μαθητικές Ομάδες). Με πνευματικές ασκήσεις, κυρίως στο κτίριο Ακαδημίας 45 (χώρος που γνωρίζει καλά ο συνεργάτης σας καθηγητής κ. Χρ. Γιανναράς), αθλητικές δραστηριότητες κ.λπ.

Η κορύφωση κάθε καλοκαίρι ήταν  με 15 μέρες κατασκήνωση στον Παρνασσό. Με κατήχηση βέβαια αλλά και σπορ και άλλες δραστηριότητες. Κάθε σκηνή είχε καμιά δεκαριά ράντζα και έναν ομαδάρχη, υπεύθυνο (συνήθως γύρω στα δέκα χρόνια μεγαλύτερό μας,  φοιτητή ή πτυχιούχο Θεολογίας ή Νομικής κυρίως). Πολύ ευχάριστη διαμονή και εμπειρία.

Το γεγονός: Στην κατασκήνωση του 1954, όπου συμμετείχα για τρίτη φορά, ομαδάρχης στη σκηνή μου ήταν ο Γιάννης Τοτόμης. Από παλιά και αξιοπρεπή αθηναϊκή οικογένεια, νομικός και φίλος μου και εκτός ΧΜΟ. Ενα βράδυ, η κατήχηση από τον ομαδάρχη είχε θέμα την εγκράτεια. Πώς πρέπει να κρατάμε μια αποχή από τη σεξουαλική πράξη και να είμαστε έτοιμοι και παρθένοι μέχρι να έρθει η καλή μας και να παντρευτούμε. Τότε, έκπληκτος, τον διέκοψα λέγοντας: «Μα καλά, Γιάννη, πώς μας λες τέτοια πράγματα, όταν ξέρω καλά ότι έχεις φιλενάδα… (την ονόμασα κιόλας γιατί την ήξερα) δεν είναι υποκρισία;» – που απεχθάνομαι όσο τίποτε άλλο.

Νεκρική σιγή στη σκηνή. Ο Γιάννης δεν είπε τίποτε. Βγήκε και πήγε στο αρχηγείο της κατασκήνωσης. Μόλις γύρισε, μου λέει: Σε περιμένουν ο αρχηγός (Δημήτρης Τρακατέλλης, ο μέχρι πρότινος Αρχιεπίσκοπος Δημήτριος της Αμερικής) και ο υπαρχηγός (Τάσος Γιαννουλάτος, ο νυν Αναστάσιος Αλβανίας). Και οι δύο μόλις είχαν τελειώσει τις σπουδές τους και δεν είχαν χειροτονηθεί ακόμα. Τους είχε πει, απλά, ότι αν δεν ζητούσα συγγνώμη στη σκηνή θα έπρεπε το πρωί να φύγω…  Αν δεν με έδιωχναν, θα έφευγε αυτός.

Στο αρχηγείο εκείνη τη νύχτα συνέβη ένα γεγονός, από αυτά που σφραγίζουν θετικά και για πάντα την προσωπικότητα και τον  χαρακτήρα ενός εφήβου… Αντί για τα συνήθη θρησκοληπτικά κηρύγματα που περίμενα να ακούσω και πίεση για να ζητήσω συγγνώμη, άκουγα επί δύο ώρες –να ασχολούνται, αυτές οι μετέπειτα κορυφές της Ορθοδοξίας, με έναν τυχόντα έφηβο–  μέσα στην απόκοσμη ησυχία του βουνού, κυρίως από τον Τάσο, μια πλατωνική  Διαλεκτική, με κεντρικό θέμα «το πόσο ο Χριστιανισμός χρειάζεται ανεξάρτητα πνεύματα σαν το δικό μου, που έχουν το θάρρος της γνώμης τους κ.λπ.».  Εξεπλάγην θετικά, αλλά δεν ενέδωσα. Οχι από πείσμα και εγωπάθεια, αλλά μισούσα και μισώ τόσο την υποκρισία… Το πρωί έφυγα από την κατασκήνωση.

Ηταν η τελευταία επαφή που είχα στη ζωή μου με τη θρησκεία και τους εκπροσώπους της…  Αλλά τα λόγια και οι σκέψεις του Τάσου, εκείνη τη νύχτα, χαράχθηκαν για πάντα στη μνήμη μου και κυρίως στην καρδιά μου.

Του εύχομαι να είναι πάντα καλά και να ζήσει 100 χρόνια, για να φωτίζει το ποίμνιό του!

* Συνταξιούχος (από το γαλλικό κράτος, όχι από το ελληνικό), κάτοικος Γαλλίας.                                       

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *