Ο κορωνοϊός μάς θύμισε την οικονομική μας εξάρτηση από τον τουρισμό. Βέβαια, χώρες με μικρή εσωτερική αγορά, που στοχεύουν σε υψηλά επίπεδα διαβίωσης, δεν μπορούν παρά να είναι εξωστρεφείς και επομένως ευάλωτες σε διεθνείς κραδασμούς. Πρόκειται για αναπόφευκτο, αλλά τελικά μικρό μειονέκτημα σε σχέση με τα οφέλη. Ομως, τι είδους τουρισμό επιθυμούμε;

Η «τραγωδία των κοινών», πρόβλημα γνωστό από τον Αριστοτέλη, αναφέρει πως ένα δημόσιο αγαθό έλκει μικρότερη φροντίδα από το αντίστοιχο ιδιωτικό, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι φυσιολογικά αφοσιώνονται σ’ αυτό που τους ανήκει. Αυτό ισχύει και για τον τουρισμό που εξαρτάται από την ύπαρξη ενός δημόσιου αγαθού (την ομορφιά του τοπίου, την καθαριότητα της θάλασσας κ.λπ.). Ολοι θέλουν να το εκμεταλλευθούν όσο περισσότερο γίνεται, λίγοι όμως ενδιαφέρονται να το φροντίσουν. Αυτό αναπόφευκτα οδηγεί στην υπερεκμετάλλευση και τελικά στην καταστροφή της οικονομικής δραστηριότητας που βασίζεται σε αυτό. Η νομπελίστα πολιτική επιστήμων Ελινορ Οστρομ σημείωνε πως οι δυνατές λύσεις του προβλήματος της «τραγωδίας των κοινών» είναι τρεις: ο κρατικός έλεγχος, η ιδιωτικοποίηση και οι συμφωνίες μεταξύ παραγωγών.

Ο τρόπος, επομένως, που επιλέγουμε να επιλύσουμε το πρόβλημα της «τραγωδίας των κοινών» στον τουρισμό συνδέεται άμεσα με τη μορφή παραγωγής του τουριστικού προϊόντος. Μία εκδοχή είναι ο μαζικός ή βιομηχανικός τουρισμός που καλλιεργούν πολλές μεγάλες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις. Μία άλλη είναι οι μικρές, οικογενειακές επιχειρήσεις. Στην Ελλάδα ακολουθήσαμε κυρίως το δεύτερο. Το μοντέλο αυτό δεν είναι απαραίτητα καλύτερο ως προς τη διαχείριση των δημόσιων αγαθών: μια μεγάλη μονάδα επιβαρύνει ίσως το περιβάλλον περισσότερο από μια μικρή, αλλά εκατοντάδες μικρές προκαλούν συνήθως τεράστια επιβάρυνση. Ομως, ως προς τις λεγόμενες «εξωτερικότητες» του κάθε τρόπου παραγωγής, δηλαδή των παράπλευρων συνεπειών του, το ελληνικό μοντέλο έχει ένα αδιαμφισβήτητο πλεονέκτημα: η μικρή επιχειρηματικότητα έχει κρατήσει ζωντανή την ελληνική ύπαιθρο.

Αντίθετα, ο βιομηχανικός τουρισμός συχνά στέλνει τη μερίδα του λέοντος των εσόδων σε ελάχιστες επιχειρήσεις, συχνά του εξωτερικού. Ας προσθέσουμε εδώ και τη δισυπόστατη φύση μας ως παραγωγών και καταναλωτών του τουριστικού προϊόντος: επιθυμούμε συγχρόνως τα έσοδα του τουρισμού και την προνομιούχο πρόσβαση στη φύση της χώρας.

Αν σκεφθούμε με αφετηρία το περίγραμμα του επιθυμητού στόχου, θα συγκλίνουμε σε μια μορφή τουρισμού που παράγει υψηλά έσοδα και «περιεκτική» ανάπτυξη στην ελληνική ύπαιθρο, δίχως να καταστρέφει το περιβάλλον. Αυτό προϋποθέτει την απόρριψη του υπερτουρισμού και την υποβάθμιση του βιομηχανικού τουρισμού. Μπορεί όμως μια τέτοια επιλογή να παράγει υψηλά έσοδα; Η απάντηση βρίσκεται στη βαθμιαία σύγκλιση μεγάλων και μικρών μονάδων σε ένα μοντέλο τουρισμού υψηλής προστιθέμενης αξίας, διαμέσου είτε πολυτελών παροχών, είτε της ανθρώπινης επαφής και αυθεντικότητας που μας διακρίνει και που αναβαθμισμένες μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις μπορούν να προσφέρουν με ιδανικό τρόπο. Ταυτόχρονα, απολαμβάνοντας τη χώρα μας, συμβάλλουμε έμμεσα ως οικοδεσπότες στη διαμόρφωση αυτής της αυθεντικότητας, που έξυπνα τονίζουν καμπάνιες όπως π.χ. το έξοχο «Oh My Greece».

Αυτό ακούγεται δύσκολο, όμως δεν είναι και τόσο – και σε κάποιες περιοχές συμβαίνει ήδη. Τέτοιες προσπάθειες ενισχύονται όταν το κράτος προσφέρει κίνητρα για τη θέσπιση κανόνων από τους παραγωγούς σε τοπικό επίπεδο, παρέχει μηχανισμούς για τη διευκόλυνση της εφαρμογής τους, και εποπτεύει τη γενικότερη τήρηση της νομιμότητας πιο αυστηρά, ώστε ο πειρασμός της αρπαχτής να μη λειτουργεί ως αντικίνητρο σε συλλογικές πρωτοβουλίες. Ας μεταρρυθμίσουμε το θεσμικό πλαίσιο με τρόπο που να ταιριάζει στο πολυπρόσωπο ελληνικό μοντέλο, αντί να μιμηθούμε παρωχημένες πρακτικές μονοκαλλιέργειας και μαζικής κλίμακας. Δυστυχώς, οι πρόσφατες ρυθμίσεις για τις μεγάλες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις (επέκταση εκμετάλλευσης παραλιών, αύξηση συντελεστών με προσμέτρηση δημόσιων δασικών εκτάσεων κ.λπ.) με την αιτιολογία πως «έχουν προβεί σε σημαντικές επενδύσεις και αποτελούν τον βασικότερο παράγοντα της τουριστικής ανάπτυξης της χώρας» κινούνται δυσανάλογα στην αρνητική λογική του βιομηχανικού υπερτουρισμού. Ας κοιτάξουμε μπροστά αντί για πίσω.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

** Η κ. Κίρα Γκάρτζου-Κατσουγιάννη είναι υποψήφια διδάκτωρ Πολιτικής Οικονομίας στο London School of Economics.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *