Ο «Ιρλανδός» γερνάει όπως όλοι μας

Η τελευταία σκηνή της ταινίας «Μπάρι Λίντον» (1975) του Στάνλεϊ Κιούμπρικ είναι μια βινιέτα, αντλημένη από το ομότιτλο βιβλίο του Θάκερεϊ, πάνω στο οποίο βασίστηκε το φιλμ: «Ηταν στη βασιλεία του Γεωργίου Γ΄ που τα προαναφερθέντα πρόσωπα έζησαν και πολέμησαν· καλοί ή κακοί, όμορφοι ή άσχημοι, πλούσιοι ή φτωχοί, είναι όλοι τους ίσοι τώρα».

Η λεπτή αγγλική ειρωνεία πάνω στη ματαιότητα, όχι τόσο του ανθρώπινου βίου, όσο της ασίγαστης επιθυμίας του ανθρώπου για δύναμη, ή και της επιθυμίας για την ίδια την επιθυμία, έρχεται να συναντήσει το ιταλοαμερικανικό κινηματογραφικό σύμπαν του Μάρτιν Σκορσέζε, όχι τόσο απέναντι στο «τελευταίον μυστήριον», το αίνιγμα του θανάτου, όσο απέναντι στο σφαγείο του γήρατος.

Ο «Ιρλανδός», η τελευταία ταινία του Σκορσέζε, είναι πληθωρικός, κουραστικός, ενίοτε πληκτικός, όμως την ίδια στιγμή είναι και ένα από αυτά τα έργα τέχνης που υπερβαίνουν τα στενά όρια της καλλιτεχνικής-κινηματογραφικής συζήτησης. Ενα πολιτιστικό-πολιτισμικό φαινόμενο, που ξεπερνά το στενό πλαίσιο της (όποιας) κριτικής.

Στον «Ιρλανδό» δεν υπάρχει η «σπίντα» εκείνη των «Καλών παιδιών», το ντελίριο στον ρυθμό και στην ατμόσφαιρα του «Καζίνο» ή των «Κακόφημων δρόμων»· δεν υπάρχει επίσης το ίδιο ποσοστό βίας – αυτής που βλέπει ο θεατής τουλάχιστον, όπως παλαιότερα.

Τα βλέμματα έχουν κάπως βαρύνει ή και γλαρώσει (με εξαίρεση του πάντοτε ανοικονόμητου Πατσίνο), μια μελαγχολία ακολουθεί σε κάθε βήμα τους χαρακτήρες μέσα στην, κατά τα άλλα, μανιακή διαδρομή τους προς την απόκτηση εξουσίας και χρήματος. Εχει, για παράδειγμα, κάποια σχέση ο παλαιότερος φωνακλάς Τζο Πέσι με αυτόν τον μειλίχιο, θλιμμένο Πέσι του «Ιρλανδού»; Οχι, με τίποτα.

Στο τέλος, τα πάντα (φόνοι, εκφοβισμοί, χρήματα, προστασία, σπίτια) μοιάζουν να έγιναν για το τίποτα. Και μπορεί να με κούρασε σε πολλά σημεία και να με μπέρδεψε ο «Ιρλανδός» με τα πολλά πρόσωπα, τον καταιγισμό πληροφοριών αλλά και τραγουδιών, τα τελευταία σαράντα πέντε λεπτά όμως είναι ένα χαμηλών τόνων και υπογείων εντάσεων ανθρώπινο δράμα, ένα άκρως συγκινητικό έπος και συνάμα ένας στοχασμός πάνω στη ματαιότητα της ανθρώπινης ματαιοδοξίας.

Οι άλλοτε πανίσχυροι μαφιόζοι –όσοι επέζησαν των φονικών– γερνάνε όπως όλοι μας, όπως ένας απλός υπάλληλος ή ένας περιπτεράς, ένας απλός, μέσος πατέρας και παππούς. Παθαίνουν εγκεφαλικά, πάρεση, αποξενώνονται από τους αγαπημένους τους, βλέπουν τις γυναίκες τους να πεθαίνουν, τους φίλους και τους συντρόφους επίσης, στιγματίζονται από τύψεις και ενοχές – όλα αυτά συμπυκνωμένα κυρίως στις ασύλληπτα εκφραστικές σιωπές και παύσεις του Ρόμπερτ ντε Νίρο.

Ο Σκορσέζε χτίζει μεθοδικά μιαν ελεγεία για τον εαυτό του και για τους φίλους του, για τους Ιταλοαμερικανούς «μόμπστερς», και, εντέλει, για όλους εμάς. Μικρές ή μεγάλες επιθυμίες, μικρές ή μεγάλες φιλοδοξίες, μικρά ή μεγάλα εγκλήματα και προδοσίες – όλα είναι ίσα και όμοια κάτω από την ανελέητη ροή του χρόνου, κάτω από το μονότονο, νανουριστικό τραγούδι της φθοράς.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *