Ο ιός και ο ιαματικός μηχανισμός του χιούμορ

Η Σαντορίνη του Λυκούργου Κογεβίνα (1887-1940), από την έκθεση (Μουσείο Μπενάκη, Οκτώβριος – Νοέμβριος 2019) «Το τοπίο της Σαντορίνης στην ελληνική ζωγραφική του εικοστού αιώνα: Η συλλογή του Δημήτρη Τσίτουρα».

Σοφός ο λόγος του Γιώργου Σεφέρη, στο ποίημα «Ενας γέροντας στην ακροποταμιά», συγκεφαλαιώνει την κοινή ανθρώπινη εμπειρία: «Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε». Είμαστε άνθρωποι και για να γελάμε – ή επειδή γελάμε, επειδή έχουμε την εξαιρετική ικανότητα του γέλιου, που διασκεδάζει ακόμα και τον βαρύ πόνο. Από τα υπόλοιπα πλάσματα του πλανήτη μάς διαφοροποιεί η δυνατότητα του έναρθρου λόγου, αλλά και το χαμόγελο, το γέλιο. Το συνειδητοποιούμε όποτε προσπαθούμε να διαβάσουμε την αρχή έστω ενός μειδιάματος στη μουρίτσα του κατοικιδίου μας, κυρίως του σκύλου, για να σιγουρευτούμε ότι είμαστε εντάξει στις υποχρεώσεις μας απέναντί του. Μάταια. Και χορτασμένο βόλτες και λιχουδιές να είναι, το βλέμμα του μοιάζει πάντα παραπονεμένο.

Τυπικά, η καραντίνα, η υποχρεωτική λογοκρισία του χαδιού και του φιλιού –ακόμα κι αν είναι να φιλήσεις το παιδί σου ή τον αδερφό σου που ζει σε παραδιπλανό σπίτι–, η αιφνίδια απαγόρευση της ενσώματης, διά ζώσης επικοινωνίας με δικούς και ξένους, εκείνης που κάνει στ’ αλήθεια κοινωνία την κοινωνία, είναι περίοδος πρόσφορη για κατάθλιψη, όχι για γέλιο. Δεν χρειάζεται να το πουν οι ειδικοί. Η εμπειρία του καθενός είναι ομιλητικότατη. Κι όμως, στον κόσμο, μόνο ο κόσμος μπορεί να μας κρατήσει, οι άλλοι άνθρωποι. Στην ηλεκτρονική εποχή μας, κι αφού δεν γίνεται αλλιώς, ο κόσμος θα είναι ψηφιακός, εικονικός. Φασματικός, αλλά τελικά υλικός. Και επειδή το χιούμορ γίνεται χιούμορ μόνο αν μεταδίδεται, αν το μοιράζονται πολλοί, το Διαδίκτυο αναλαμβάνει τον ρόλο του διανομέα. Και σε χρόνο ακαριαίο, μεταφέρει παντού μια ωραία ατομική έμπνευση, ένα αντικορωναϊκό καλαμπούρι, λεκτικό ή εικονογραφικό, και το καθιστά κοινό αντιστρεσογόνο κτήμα. Στη Σλοβενία μάλιστα, το Εθνογραφικό Μουσείο αποφάσισε να συλλέξει τα ανέκδοτα περί πανδημίας και να εκδώσει ένα «εγχειρίδιο αισιοδοξίας», που θα μπορούσε να διανέμεται και από τα φαρμακεία, σαν αγχολυτικό.

Στην ιαματική ιδιότητα του χιούμορ προσφύγαμε και στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Αφθονα τότε τα σαρκαστικά ανέκδοτα, ομοιοπαθητικής λογικής, ήταν μια κάποια ασπίδα. Θυμίζω ένα-δυο: «Πέρασα κατάθλιψη. Με άριστα». Και: «Αναπολώ την εποχή που χρωστούσαμε μόνο μαθήματα». Τα παραδοσιακού τύπου κορωνολογικά ανέκδοτα, που βασίζονται αποκλειστικά στις λέξεις, είναι πολύ λίγα, ορισμένα δε επινοούν νέους άθλους του Τσακ Νόρις, π.χ. «Ο Τσακ Νόρις γνωρίζει τον ασθενή μηδέν». Αντίθετα, είναι πάρα πολλές οι εικονογραφημένες ατάκες, που αναπαράγουν τη στρατηγική της οικείας μας γελοιογραφίας. Ενα ανέκδοτο το μεταδίδεις λέγοντάς το. Τα μιμίδια και τα ξαδερφάκια τους δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με τον κόσμο της προφορικότητας. Είναι πλάσματα του Διαδικτύου. Σου τα στέλνουν ηλεκτρονικά οι φίλοι κι εσύ προσθέτεις μερικούς κρίκους στην αλυσίδα της μετάδοσης.

Τα χιουμοριστικά αντιιικά έχουν παραχθεί σε ευδιάκριτες ομάδες. Πολύ νωρίς εμφανίστηκαν όσα έπαιζαν με τις οδηγίες των λοιμωξιολόγων συνταγμένες σε κάποιο ιδίωμα, κρητικό, ρουμελιώτικο, μακεδονικό, γκρεκάνικο. Οταν μπήκαμε σε καραντίνα, οι παιγνιώδεις αναρτήσεις είχαν ήρωά τους το άλλοθι εξόδου: τον σκύλο αλλά και το ψαράκι, το καναρίνι, τη χελώνα. Η 25η Μαρτίου έδωσε καλές εμπνεύσεις, όπως και η Μεγαλοβδομάδα, ανέκαθεν πλούσια πηγή για τους σκιτσογράφους. Προσθετέα τα μελλοντολογικά (ο Σπύρος Παπαδόπουλος συνεχίζει να πλένει σχολαστικά τα χέρια του αλλά με λευκά μαλλιά), καθώς και τα 4-5 κορωνολογικά τραγουδάκια. Εχω γελάσει πολύ με πολλά απ’ αυτά τα ψηφιακά μονόπρακτα. Με ένα πάντως μου κόπηκε η χολή: στον λογότυπο της εκστρατείας «Μένουμε σπίτι», το σπίτι δεν έχει καμία πόρτα, ψηλά στο κέντρο σχηματίζεται ένας σταυρός, ενώ τα δέντρα δεξιά κι αριστερά είναι κυπαρίσσια.

Την ανάγκη πάντως να παραμείνει στον πραγματικό κόσμο ο άνθρωπος που πονάει και πενθεί, να μην απορροφηθεί από τη λύπη, όποια κι αν είναι η αιτία της, την αναδεικνύουν έξοχα και ορισμένες από τις ποιητικά υψηλότερες παραλλαγές ενός δημοτικού τραγουδιού, πανελλαδικής εξάπλωσης, που είναι γνωστό με τον συμβατικό τίτλο «Το Μοιρολόι της Παναγιάς» ή «Θρήνος της Μεγάλης Παρασκευής». «Ξένη κι έρημη κι απελπισμένη» από τη σταύρωση του γιου της, η Παναγία «ζητάει μαχαίρι να σφαγεί, γκρεμό για να γκρεμίσει». Παρηγορητής της στέκεται ο ίδιος ο Εσταυρωμένος, σαν γιος του ανθρώπου μάλλον παρά σαν Υιός του Θεού: «Μάνα μου σα σφαείς εσύ, σφάζετ’ ούλος ο κόσμος, / σφάζονται οι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες, / σφάζονται κι οι καλόπαντρες για τους καλούς των άντρες. / Να πάρεις την υπομονή για να την εύρ’ ο κόσμος» (αντλώ τους στίχους, τραγουδισμένους το 1975 στη νέα «Κάτω Παναγιά» Κυλλήνης από γυναίκα με καταγωγή από την Κάτω Παναγιά Τσεσμέ Σμύρνης, από το βιβλίο της Ελένης Ψυχογιού «“Μαυρηγή” και Ελένη: Τελετουργίες θανάτου και αναγέννησης. Χθόνια μυθολογία, νεκρικά δρώμενα και μοιρολόγια στη σύγχρονη Ελλάδα», Ακαδημία Αθηνών, 2008).

Για να τραβήξει τη μάνα του από τον βυθό που την απειλεί, ο Χριστός οργανώνει ο ίδιος τον νου της και δίνει σχήμα στα συναισθήματά της. Της αναθέτει λοιπόν τελετουργικά καθήκοντα, περίπου με τον ίδιο τρόπο που η κοινωνία, προσωποποιημένη στους συγγενείς και τους γείτονες, αναθέτει στους χαροκαμένους, αντέχουν-δεν αντέχουν, το καθήκον της συμμετοχής στην τελετουργική «παρηγοριά», για να επιστρέψουν στον κόσμο και να κρατηθούν, έστω τρώγοντας δυο μπουκιές ψωμί, που λογίζεται σαν υποχρεωτικά εδώδιμη εικόνα της ψυχής του νεκρού: «Αντε, μάνα, στο σπίτι μας και στρώσε το τραπέζι. /  Και βάλε και πικρές ελιές να φαν οι πικραμένες, / και βάλε και γλυκό κρασί να πιουν οι κουρασμένες». Αυτός ο κόσμος των ανθρώπων: το γλυκό και το πικρό αχώριστα ενωμένα.

Υπάκουη η Παναγία, στρώνει το ταπεινό τραπέζι ακριβώς κατά την υπόδειξη του θνήσκοντος Ιησού. Περνάει όμως από κει η αγία Καλή ή η αγία Ελένη, ανάλογα με την παραλλαγή, και πετάει τον πικρόχολο λόγο της με τη μορφή λοίδορου ερωτήματος: «Ποιος είδε γιο εις το σταυρό και μάνα στο τραπέζι;». Η Παναγία, Θεοτόκος αλλά όχι θεά, αντιδρά κατά τον ανθρώπινο κώδικα: πληγώνεται βαριά και αντιθέτει την κατάρα στη μομφή. Αν στην αρχή του μοιρολογιού καταριέται τον χαλκιά/Φαραώ/γύφτο να μη στεριώνει πουθενά, επειδή έφτιαξε τα πέντε καρφιά της σταύρωσης (η εμπλοκή Τσιγγάνων πάντως δεν απορρέει ούτε από τα κανονικά Ευαγγέλια ούτε από τα απόκρυφα, μάλλον είναι το αποτύπωμα της παμπάλαιης προκατάληψης εναντίον τους), στο τέλος του καταριέται την αγία Καλή («Αντε και συ, άγια Καλή, άγια να μη λογάσαι, / ούτε παπάς στην πόρτα σου ούτε να λειτουργάσαι») ή την αγία Ελένη: «Ελένη να λογιάζεσαι, Ελένη να λογιέσαι, / και ούδε να δοξάζεσαι ουδέ να προσκυνιέσαι». Προσκυνιέται βέβαια η αγία Ελένη, αλλά ποτέ μόνη της. Τιμάται σε ναούς που τους μοιράζεται πάντα με τον γιο της, τον Κωνσταντίνο.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *