Από την έντυπη έκδοση

Του Κ. Ν. Σταμπολή*

Νέες προοπτικές και ευκαιρίες για τον τομέα ενέργειας στη μετά-κορωνοϊό εποχή

H ενεργειακή επικαιρότητα επικεντρώνεται, σήμερα, στις επιπτώσεις της πανδημίας του κορωνοϊού, στη ζήτηση, τις μεγάλες ή μικρές επιπτώσεις που έχει η μείωσή της, στη λειτουργία της αγοράς και στην οικονομική ευρωστία των εταιρειών.

Ο κλάδος του πετρελαίου έχει πληγεί καίρια, αφού η υπερπροσφορά και οι υπερπλήρεις δεξαμενές επέφεραν κατάρρευση των τιμών. Η λεπτή σχέση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης διερράγη, με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (ΙΕΑ) να αναφέρει ότι τον Απρίλιο το παγκόσμιο πλεόνασμα θα διαμορφωθεί στα 29 εκατ. βαρέλια ημερησίως! Αυτά είναι πρωτάκουστα νούμερα και συνιστούν τεράστιες αποκλίσεις σε μια παγκόσμια αγορά της τάξης των 100 εκατ. βαρ./ημέρα. Οι δε οικονομικές επιπτώσεις για τις πετρελαϊκές επιχειρήσεις, από τους μεγάλους καθετοποιημένους ομίλους μέχρι τα πρατήρια, είναι οδυνηρές και έχουν οδηγήσει σε πάγωμα επενδύσεων, ζημιές και εσωστρέφεια.

Ηλεκτρισμός και φυσικό αέριο

Για τους κλάδους του ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου οι επιπτώσεις από την κρίση και τη μείωση της ζήτησης είναι ηπιότερες, αφού η πτώση κυμαίνεται μεταξύ 5% – 15%. Πλέον σοβαρά είναι τα προβλήματα ρευστότητας για πολλούς παρόχους, λόγω της αντικειμενικής δυσκολίας μεγάλου μέρους των καταναλωτών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, ενώ θα υπάρξουν και σημαντικές μεταβολές στα επενδυτικά πλάνα των εταιρειών.

Στον κλάδο των ΑΠΕ οι επιπτώσεις περιορίζονται στη συντήρηση των εν λειτουργία μονάδων και κυρίως στη μεγάλη καθυστέρηση για την υλοποίηση ώριμων επενδύσεων. Αυτό σημαίνει ότι θα υπάρξει αναπόφευκτα αργοπορία στην υλοποίηση ορισμένων εκ των φιλόδοξων εθνικών στόχων, αλλά και στην κατασκευή χιλιάδων μικρών έργων και οικιακών εφαρμογών.

Καθώς επικρατεί μεγάλη αβεβαιότητα για το ποια θα είναι η επόμενη ημέρα και τι μπορεί αυτό να σημαίνει για τη ζήτηση και τις ανάγκες των καταναλωτών, είναι εύλογη η ανησυχία των ενεργειακών επιχειρήσεων για το πώς θα συνεχίσουν να διαχειρίζονται μια αγορά που τα χαρακτηριστικά της αλλάζουν διαρκώς, για το πώς θα κινηθούν μελλοντικά και σε τι προσαρμογές θα προβούν ώστε, αρχικά, να επιβιώσουν. Όμως μέσα σε αυτή την καταθλιπτική εικόνα γεννώνται ελπίδες, εάν μπορέσουμε να διαβλέψουμε το τι θα ακολουθήσει τη σταδιακή άρση των περιοριστικών μέτρων και τη δειλή επιστροφή στην κανονικότητα.

Ανάκαμψη της ζήτησης

Αυτό που θα συμβεί είναι μια κλιμακούμενη ανάκαμψη της ζήτησης, χωρίς όμως να μπορούμε να προσδιορίσουμε ασφαλώς το πότε και το εάν αυτή θα επιστρέψει στην πρότερη κατάσταση (βλέπε επίκαιρη δημοσκόπηση γι’ αυτό το θέμα στο Energia.gr) και με πολλά ερωτηματικά -που ήδη θέτει η βιομηχανία- για το εάν το πολυδιαφημισμένο Green Deal της Ε.Ε. πρέπει να εφαρμοστεί κατά γράμμα (όπως επιτάσσει το ευρω-ιερατείο των Βρυξελλών), αγνοώντας τα πραγματικά δεδομένα της οικονομίας.

Χωρίς να αμφισβητούμε την ανάγκη για μετάβαση σε καθαρά καύσιμα και τη μείωση των εκπομπών του θερμοκηπίου είναι σαφές, κρίνοντας από τη σημερινή εμπειρία της πανδημίας, ότι τα προβλήματα και οι κρίσεις του μέλλοντος δεν θα περιοριστούν στην κλιματική αλλαγή. Τούτο σημαίνει ότι θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε νέες φονικές πανδημίες, επισιτιστικές κρίσεις, καταστροφικούς σεισμούς, τσουνάμι, ενδεχομένως και συνταρακτικές εκρήξεις ηφαιστείων που θα διαψεύσουν τις θεωρίες περί μη αναστρέψιμης ανθρωπογενούς παρέμβασης στη βιόσφαιρα. Υπ’ αυτό το πρίσμα δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι κλιματική αλλαγή αποτελεί μια άμεση «κρίση» και κατάσταση «έκτακτης ανάγκης», όπως προβάλλεται συστηματικά από τους περιβαλλοντολόγους ακτιβιστές, και άρα απαιτεί άμεσες και κατεπείγουσες λύσεις. Όπως διαπιστώσαμε με τραγικό τρόπο, πραγματική κατάσταση «έκτακτης ανάγκης» για τον πλανήτη είναι η κρίση του κορωνοϊού και όχι η κλιματική αλλαγή, η αντιμετώπιση της οποίας προϋποθέτει άλλου είδους προσέγγιση και συντονισμένη διαχείριση σε παγκόσμια κλίμακα, όπως προβλέπει η Συμφωνία των Παρισίων του 2015.

Καινούργιο τοπίο

Σε κάθε περίπτωση η πολυπόθητη επανεκκίνηση της οικονομίας, η αποκατάσταση, μερικώς ή ολικώς, της ζήτησης, σε συνδυασμό με την «Ενεργειακή Μετάβαση», καθορίζουν το νέο επιχειρηματικό τοπίο του ενεργειακού τομέα που δημιουργεί νέες ευκαιρίες για ανάπτυξη και δράση. Εάν κάτι ανέδειξε η πανδημία, είναι η ανάγκη για μεγαλύτερη ψηφιοποίηση, ξεκινώντας από τις υπηρεσίες προς τους καταναλωτές και φθάνοντας στην ίδια τη λειτουργία των ενεργειακών παραγωγικών μονάδων και των επιχειρήσεων. Εδώ τα περιθώρια για βελτίωση και αναβάθμιση του ψηφιακού περιβάλλοντος είναι πραγματικά τεράστια και ασφαλώς θα συμβάλουν στην ανάδειξη νέων υπηρεσιών και επιχειρηματικών ευκαιριών.

Με την ψηφιοποίηση να βοηθά άμεσα στη δημιουργία πολύ μεγαλύτερης ευελιξίας που απαιτείται πλέον για τη λειτουργία του ενεργειακού συστήματος από την παραγωγή και μεταφορά μέχρι τη διανομή. Σε αυτό το πλαίσιο η εισαγωγή νέων τεχνολογιών (ΑΠΕ, ηλεκτροκίνηση, αεριοκίνηση, υδρογόνο, modular nuclear reactors, CCS/CCU, fuel cells κ.ά.) αναμένεται να επιταχυνθεί προσεχώς, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες τόσο σε επίπεδο έρευνας και ανάπτυξης όσο και στο επιχειρείν. Στην περίπτωση της Ελλάδας προβλέπεται μεγάλης κλίμακας ανάπτυξη των ΑΠΕ.

Με δεδομένη τη στροφή στον εξηλεκτρισμό του συστήματος, το βάρος θα πέσει στην περαιτέρω αναβάθμιση και εξέλιξη των ηλεκτρικών δικτύων, με περισσότερες διασυνδέσεις και αυτοματοποίηση, καθώς και στην ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας.

Προώθηση της ηλεκτροκίνησης

Παράλληλη και όχι ασύνδετη με την εξέλιξη των ηλεκτρικών δικτύων, θα είναι και η μεγάλης κλίμακας προώθηση της ηλεκτροκίνησης. Ο ρόλος των προμηθευτών ηλεκτρισμού θα αναβαθμιστεί, σε συνδυασμό με την παροχή καινοτόμων υπηρεσιών προς τους καταναλωτές. Επιπλέον, το υδρογόνο και η αξιοποίησή του, τόσο για αποθήκευση ενέργειας όσο και ως εναλλακτικό καύσιμο έναντι του φυσικού αερίου, θα προσελκύσει υψηλό ερευνητικό ενδιαφέρον και επενδύσεις.

Σημαντικά έργα υποδομών, όπως η ολοκλήρωση των διασυνοριακών έργων μεταφοράς φυσικού αερίου στην περιοχή μας, καθώς και η περαιτέρω ανάπτυξη υποδομών LNG, θα εξακολουθούν να προσελκύουν σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον, παρά την «απέχθεια» των Βρυξελλών για τους υδρογονάνθρακες.

Τέλος, το επενδυτικό ενδιαφέρον για πετρέλαιο και φυσικό αέριο θα επιστρέψει όταν ανακάμψουν οι τιμές του αργού, και αρχίσουν να μειώνονται τα υπερπλεονάσματα – ενδεχομένως από το α’ εξάμηνο του 2021. Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να επιμείνει στην αξιοποίηση του σημαντικού δυναμικού που διαθέτει σε κοιτάσματα φυσικού αερίου, στο Ιόνιο και νότια της Κρήτης. Με δεδομένο ότι εφεξής η κατανάλωση φυσικού αερίου θα βαίνει αυξανόμενη, καθώς θα προχωρά η απολιγνιτοποίηση, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η χώρα μας εισάγει το 100% των αναγκών της σε φυσικό αέριο, η εκμετάλλευση των εγχώριων κοιτασμάτων καθίσταται μονόδρομος τόσο για οικονομικούς λόγους όσο και από την άποψη ενεργειακής και εθνικής ασφάλειας.

*Πρόεδρος του Ινστιτούτου Ενέργειας ΝΑ Ευρώπης (ΙΕΝΕ) και συγγραφέας του βιβλίου «Πετρέλαιο, η Μοιραία Εξάρτηση» (Εκδόσεις Αίολος, 2019).

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *