Το 2020 είναι μια πολύ δύσκολη χρονιά για τη χώρα μας, και φοβάμαι ότι η μείωση του ΑΕΠ θα υπερβεί τα αναμενόμενα. Ο λόγος δεν είναι άλλος από τον τουρισμό, ο οποίος έχει καίρια πολλαπλασιαστική επίδραση στην οικονομία.  Για να το πούμε απλά, τα χειμωνιάτικα κεράσματα ενός εποχιακού σερβιτόρου, τα ιδιαίτερα της κόρης του ιδιοκτήτη του μπιτς μπαρ και η ανακαίνιση ενός τριαριού στο Παγκράτι του παραλιακού εστιάτορα τελικώς χρηματοδοτούνται από την καλοκαιρινή μας τουριστική σοδειά.  Δυστυχώς, φέτος, οι παραλίες μας, ο ελληνικός ήλιος, ακόμη και οι καινούργιες  ξενοδοχειακές μονάδες μας δεν θα αρκέσουν να φέρουν την πολυπόθητη ρευστότητα.

Η κρίση αυτή θα μας δείξει, με τον σκληρότερο τρόπο, πόσο πολύ βασίζεται η Ελλάδα στον τουρισμό. Θα μας υπενθυμίσει όμως και πόσο διαχρονικά ανεύθυνοι έχουμε σταθεί στην διαχείριση του τουριστικού μας πλούτου, και την έλλειψη ουσιαστικής τουριστικής πολιτικής. Η Ελλάδα, μια χώρα όμορφη, με εντυπωσιακό περιβάλλον και ιστορία, έχει αναπτυχθεί άναρχα, και, με αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, έχει χάσει κομμάτι από το ιδιαίτερο χρώμα της, και έχει υποστεί σημαντικές οικιστικές και περιβαλλοντικές πιέσεις που υποσκάπτουν τη βιωσιμότητά της. Καθώς για πρώτη φορά βλέπουμε τόσο πολλές (μεγάλες) επενδύσεις στον τουρισμό να οδεύουν προς υλοποίηση, δημιουργούνται ερωτήματα για το πόση ακόμη πίεση μπορεί να δεχθεί η χώρα μας πριν να υπονομεύσει την παρακαταθήκη που της άφησαν η τύχη και η Ιστορία της.

Το θέμα είναι σύνθετο. Ιδεοληψίες (ειδικά από την προηγούμενη κυβέρνηση) δημιούργησαν απίστευτα προβλήματα σε μεγάλες τουριστικές επενδύσεις, περιορίζοντας την ανάπτυξη του τουρισμού. Η σημερινή κυβέρνηση προσπαθεί να επιλύσει τις άσκοπες καθυστερήσεις που επέβαλλαν η γραφειοκρατία όσο και η άκριτη ιδεολογική αντίθεση σε μεγάλες επενδύσεις. Δυστυχώς, όμως, η μόνη αγωνία της έχει να κάνει με την υλοποίηση (μεγάλων) επενδύσεων, και όχι με τη διαφύλαξη του προϊόντος που στηρίζει την οικονομία μας – την ποιότητα του τουρισμού, η οποία εν πολλοίς στηρίζεται στο ανθρωπογενές και το φυσικό μας περιβάλλον.

Η πρόσφατη αντιπαράθεση του Νατ Ρόθτσιλντ και της κυβέρνησης για την επένδυση της Κασσιόπης στην Κέρκυρα χλευάστηκε με μεγάλη ευκολία. Τα ζητήματα που έθεσε ο Ρόθτσιλντ είναι σημαντικά, και, χωρίς να έχω άποψη για τη συγκεκριμένη επένδυση, πιστεύω ότι είναι απαραίτητο να συνεκτιμούμε τις επιπτώσεις επενδύσεων, μεγάλων και μικρών, στην αισθητική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα της χώρας – κάτι που ξαναήρθε στην επιφάνεια με αφορμή και τις αδειοδοτήσεις αιολικών πάρκων στις Κυκλάδες. Και προφανώς θα πρέπει να κοιτάμε τόσο τους περιβαλλοντικούς όσο και τους πολεοδομικούς κανονισμούς οι οποίοι επηρεάζουν τη μακροπρόθεσμη προοπτική μας. Η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να κλείσει τα παραθυράκια για την εκτός σχεδίου δόμηση, και (ίσως) να αστυνομεύσει άδειες σε «τυφλά» οικόπεδα, αποτρέποντας την οικοπεδοποίηση της χώρας, αποτελεί σημαντική τομή στη σωστή κατεύθυνση – αν ψηφιστεί και εφαρμοστεί. Η αποκαρδιωτική εικόνα της ισπανικής Κόστα Μπράβα πρέπει να είναι παράδειγμα για αποφυγή. Προλαβαίνουμε ακόμη – στο τσακ.

Καίτοι τα νέα σποτάκια του ΕΟΤ για το ελληνικό καλοκαίρι μπορεί να δίνουν τη σωστή εικόνα, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Οπως αναφέρει και πρόσφατη έρευνα του ΙΝΣΕΤΕ, η Ελλάδα είναι συγκριτικά πίσω από άλλες μεσογειακές χώρες ως προς το τι ζητούν πλέον οι τουρίστες – αυθεντικές και ενδιαφέρουσες εμπειρίες, διασύνδεση με την πρωτογενή παραγωγή, και όλα όσα όχι μόνο επιμηκύνουν τη σεζόν και αυξάνουν τον τζίρο, αλλά και συμβάλλουν στη διαφύλαξη του περιβάλλοντος το οποίο βρίσκεται υπό αυξανόμενη πίεση. Με άλλα λόγια, μια σαφής στρατηγική αφενός θα αύξανε τα έσοδά μας ως κράτος και αφετέρου θα βοηθούσε τη βιωσιμότητά μας.

Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει ούτε συντονισμός ούτε λογοδοσία στο πώς διαχειριζόμαστε το κεφάλαιο που μας έχει κληροδοτηθεί. Τι θα έπρεπε να κάνουμε; Να δημιουργήσουμε μια νέα δομή, με ουσιαστική δύναμη, η οποία θα θέτει το πλαίσιο της ανάπτυξης τόσο του τουρισμού όσο και του περιβάλλοντος σε τοπικό επίπεδο. Η νέα αυτή δομή θα σχεδιάζει, σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές και την κοινωνία των πολιτών, ένα βιώσιμο μοντέλο και θα εντοπίζει τα εμπόδια του κρατικού μηχανισμού, διαμεσολαβώντας για λύσεις. Για να γίνει αυτό, παραδόξως θα πρέπει να συγκεραστούν οι ευθύνες της τουριστικής ανάπτυξης με τις ευθύνες της περιβαλλοντικής προστασίας, κάτι που θα πιέσει τη συχνά μονοκόμματη δημόσια διοίκηση να αντιμετωπίσει τις δύσκολες αλλά αναπόφευκτες σταθμίσεις που πρέπει να γίνουν. Ετσι θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε την ακαταμάχητη γοητεία της ξαπλώστρας, η οποία απειλεί να αλλοιώσει όλα μας τα παράλια, με καταστροφικές περιβαλλοντικές αλλά και τουριστικές συνέπειες.

Στην προσπάθεια για μια ορθολογική διαχείριση, η κυβέρνηση θα μπορέσει να αξιοποιήσει το πνεύμα του ΣτΕ, το οποίο έχει υπάρξει άκρως πιο προσεκτικό στα πολεοδομικά και περιβαλλοντικά θέματα από τους πολιτικούς μας: πρόσφατα έκρινε ότι υπάρχει και όριο ως προς το πόσος τουρισμός και πόσα πεντάστερα μπορούν να χωρέσουν στη χώρα, και δη στα νησιά μας. Θα μπορέσει επίσης να αξιοποιήσει την αυξανόμενη ανησυχία των ίδιων των κατοίκων για το μακροπρόθεσμο κόστος της άκριτης προάσπισης επενδύσεων, όχι μόνο από μεγάλες μονάδες, αλλά και από άπληστους μικρομεσαίους επιχειρηματίες.

Το πρόγραμμα στήριξης της Ε.Ε. μπορεί να δώσει το έναυσμα να ασχοληθούμε, για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας μας, σοβαρά με τον τουρισμό, ενσωματώνοντας περιβαλλοντικούς, πολεοδομικούς και ποιοτικούς μακροπρόθεσμους στόχους, στη γραμμή της κοινοτικής πράσινης ανάπτυξης. Ας αξιοποιήσουμε λοιπόν την κοινοτική στήριξη και τις δυνατότητες που μας παρέχει για να μπορέσουμε να υποστηρίξουμε το μεγαλύτερο κομμάτι του εθνικού μας κεφαλαίου, πριν να είναι αργά.

* Ο Μιχ. Γ. Ιακωβίδης κατέχει την Εδρα Sir Donald Gordon Chair Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας στο London Business School, όπου είναι καθηγητής Στρατηγικής.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *