Παλαιότερα είχαμε τη φιλοδοξία να γίνουμε η Φλόριντα της Ευρώπης. Να εκμεταλλευθούμε το καλό μας κλίμα ώστε να μεταναστεύουν εδώ οι συνταξιούχοι του Βορρά και να ξοδεύουν τις συντάξεις τους προς όφελος της οικονομίας μας. Καλή ιδέα και πραγματοποιήσιμη. Πρόσφατα όμως πηδήξαμε κατηγορία και στοχεύουμε στην Καλιφόρνια, με την οποία ομολογουμένως υπάρχουν ομοιότητες. Είναι σεισμογενής, καίγεται κάθε καλοκαίρι, έχουν χρεοκοπήσει οι τρεις μεγαλύτερες εταιρείες της παραγωγής ενέργειας, χρεοκόπησε η ίδια η πολιτεία και την έσωσε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Βέβαια, εκείνοι που ονειρεύονται Καλιφόρνια έχουν στον νου τους τη Silicon Valley. Να γίνει η Ελλάδα κέντρο ανάπτυξης τεχνολογιών αιχμής. Τους εύχομαι καλή τύχη, αλλά δεν συμμερίζομαι την αισιοδοξία τους. Για πολλούς λόγους αυτό που ονειρεύονται δεν μπορεί να γίνει στο ορατό μέλλον. Ενας βασικός είναι το μονοπώλιο της ανώτατης παιδείας από το κράτος, αλλά όχι ο μοναδικός.

Οπως ήδη συμβαίνει, τα πετυχημένα startups τα αρπάζουν ξένοι όμιλοι. Μετακομίζουν εκεί όπου υπάρχει αγορά και οι ανάλογες αμοιβές για τους δημιουργούς τους. Οι προικισμένοι επιστήμονές μας θα συνεχίσουν να πηγαίνουν να κάνουν καριέρα εκεί όπου αναγνωρίζεται υλικά η αξία τους, εκεί όπου υπάρχουν οι συνέργειες και το κλίμα, τα ερεθίσματα και τα κίνητρα που χρειάζονται για να αναπτυχθούν πλήρως οι δυνατότητές τους. Αυτά δεν τα παρέχει Ελλάδα. Ακόμη και εάν έβγαινε από τη μέση το αχαρακτήριστο άρθρο 16 του Συντάγματος, θα χρειάζονταν χρόνια για να ωριμάσουν οι συνθήκες που θα ευνοούσαν την ανάπτυξη και παραμονή εδώ μιας κρίσιμης μάζας υψηλής τεχνολογίας που θα έκανε διαφορά στην οικονομική μας πρόοδο. Θα βρίσκονται πάντα ήρωες που μένουν και παλεύουν με τα θηρία, αλλά είναι οι εξαιρέσεις και όχι τόσοι ώστε να κάνουν τη διαφορά.

Κρατώ μια επιφύλαξη γιατί οι υπέρ της καλιφορνιοποίησης δεν μας έχουν ακόμη εξηγήσει το πώς θα το καταφέρουν, αλλά μέχρι τότε η γνώμη μου είναι ότι κυνηγούν χίμαιρες ενώ υπάρχουν κάτω από τη μύτη μας ευκαιρίες που η εκμετάλλευσή τους θα είχε άμεσα θετικά αποτελέσματα.

Ανάμεσά τους διαλέγω τη ναυπηγοεπισκευαστική βιομηχανία, γιατί συμβαίνει να τη γνωρίζω διαχρονικά. Η πρώτη μου δουλειά, μετά το πανεπιστήμιο, ήταν στα Ελληνικά Ναυπηγεία, αρχές της δεκαετίας του ’60. Ηταν τότε ένα μελίσσι ενέργειας με συνεχείς επενδύσεις, επεκτάσεις, ουρά τα βαπόρια για επιθεωρήσεις, επισκευές και μετατροπές, ακόμη και νέες ναυπηγήσεις. Χιλιάδες εργαζόμενοι, καλοί μισθοί και, το κυριότερο, ένα σχολείο εκπαίδευσης τεχνικών και στελεχών σε γνώση και υπεύθυνο τρόπο δουλειάς. Γύρω από τα ναυπηγεία ευημερούσε πλήθος μικρότερων μονάδων που τους παρείχε είδη και υπηρεσίες.

Ασχολήθηκα ξανά με τον κλάδο όταν πήγα στην Εμπορική το 1979. Μαζί με την τράπεζα, ανέλαβα πρόεδρος των Ναυπηγείων Ελευσίνας, πρώην Ανδρεάδη. Τρία χρόνια κρατικής διοίκησης είχαν ήδη αρχίσει να τα διαλύουν, αλλά με τη βοήθεια δύο απόστρατων ναυάρχων καταφέραμε να αναστρέψουμε τον κατήφορο και οι δουλειές άρχισαν να ανεβαίνουν. Ο κλάδος θα έχει πάντα ψωμί στην Ελλάδα, και για την Ελλάδα, εφόσον υπάρχουν καλές και τίμιες διοικήσεις και αφεντικό που νοιάζεται και όχι παροδικοί δημόσιοι υπάλληλοι.

Ηλθε το 1981 το ΠΑΣΟΚ και επέστρεψε το κράτος στη χειρότερη μορφή του, με τα συνδικάτα να κάνουν κουμάντο. Το ναυπηγείο διαλύθηκε, το ίδιο και ο Σκαραμαγκάς, απέναντι στον κόλπο της Ελευσίνας, που ο Νιάρχος ευφυώς τον ξεφορτώθηκε δίνοντάς τον στο κράτος. Το ίδιο και οι καλές μονάδες του Περάματος, όπως η Ναυσί. Ηταν τα χρόνια που διοικούσαν οι «νονοί» και ο κλάδος μαράζωσε με ανάλογη άνθησή του στη διπλανή Τουρκία. Τα βαπόρια μπορούν να ταξιδεύουν εκεί όπου βρίσκουν τους καλύτερους όρους. Η ευρύτερη περιοχή Πέραμα – Σκαραμαγκάς – Ελευσίνα, που κάποτε έσφυζε από οικονομική δραστηριότητα, έγινε κέντρο μόνιμης ανεργίας και η μεγαλύτερη ζημιά είναι ότι χάνονται οι δεξιότητες και οι καλές συνήθειες που είχαν αποκτηθεί με κόπο.

Πρόσφατα, χάρις και στην ανάπτυξη του Πειραιά από τους Κινέζους, ο κλάδος δείχνει να συνέρχεται από το κώμα. Το ναυπηγείο της Σύρου άλλαξε χέρια, έχει δραστηριότητα και η ίδια εταιρεία διαπραγματεύεται να πάρει την Ελευσίνα. Μένει ο Σκαραμαγκάς, που αντιπροσωπεύει μια τεράστια επένδυση σε πάγιο εξοπλισμό, μοναδική στη Μεσόγειο. Ο μαρασμός του δεν οφείλεται σε έλλειψη αγοράς για τις υπηρεσίες του αλλά σε χρόνια κακή διοίκηση και διαχείριση. Αυτά έχουν επισωρεύσει οικονομικά και νομικά προβλήματα που παραλύουν τις προσπάθειες επαναδραστηριοποίησής του. Στη λύση των προβλημάτων αυτών θα έπρεπε να εστιάσει τις προσπάθειές του το κράτος για να έχει η οικονομία άμεσο όφελος.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *