«Περισσότερο από τη γερμανική ισχύ φοβάμαι τη γερμανική αδράνεια», είχε πει ο Πολωνός (έχει και αυτό την ιδιαίτερη σημασία του) πρώην υπουργός Εξωτερικών Ράντεκ Σικόρσκι, στην κορύφωση της κρίσης της Ευρωζώνης. Περισσότερο από μια Γερμανία που ηγείται στην Ευρώπη, η Ευρώπη πρέπει να φοβάται μια Γερμανία που αποφεύγει να αναλάβει τις ηγετικές ευθύνες της.

Την εβδομάδα που πέρασε, η καγκελάριος Μέρκελ διέψευσε θεαματικά τις ανησυχίες αυτές. Η κοινή πρότασή της με τον πρόεδρο Μακρόν ξαναβάζει δυναμικά τη Γερμανία στο παιχνίδι και δημιουργεί ξανά προσδοκίες ανάκτησης του χαμένου δυναμισμού της Ε.Ε.

Τι προτείνει η κοινή γαλλογερμανική πρωτοβουλία για ένα Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης; Κοινή χρηματοδότηση, κοινή έκδοση ομολόγου, στο πλαίσιο του επταετούς ευρωπαϊκού προϋπολογισμού. Για μια ευρωπαϊκή οικονομία 14 τρισ., στη μεγαλύτερη ύφεση από το ’30, 500 δισ. επιχορηγήσεων, κατανεμόμενα σε εύρος τριετίας, δεν συνιστούν τεράστια δημοσιονομική τόνωση. Είναι όμως ένα άλμα προόδου προς στενότερη ενοποίηση, ιδίως καθώς ανατρέπει δύο πάγιες έως τώρα γερμανικές αρνήσεις: στην κοινή έκδοση χρέους και στη διενέργεια διακρατικών μεταβιβάσεων. Αποδέχεται μάλιστα ως αρχή κατανομής πόρων μια παραλλαγή του «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του». Ακόμη κι αν μεγάλο μέρος αυτών των πόρων καταλήξει στις ισχυρότερες οικονομίες, η σημασία της εξέλιξης αυτής παραμένει εμβληματική.

Δημιουργείται το περίγραμμα ενός υπουργείου Οικονομικών της Ε.Ε., που θα μπορεί να δανείζεται και να δαπανά, πιθανώς και να φορολογεί στο όνομα της Ε.Ε. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί, με ευδιάκριτο ευσεβή πόθο, μίλησαν για τη «Χαμιλτόνεια» στιγμή της Ευρώπης. Υπό τον Αλεξάντερ Χάμιλτον, το 1790, το νεοπαγές ομοσπονδιακό υπουργείο Οικονομικών ανέλαβε τα χρέη των αμερικανικών πολιτειών.

Δεν πρόκειται για ευρωομόλογο, όπως θα ήθελε ο ευρω-Νότος, καθώς συνιστά μια εφάπαξ κοινή έκδοση χρέους. Είναι όμως το εγγύτερο δυνατό, μειώνοντας τις πιθανότητες ακύρωσής του από τον συνασπισμό των «τεσσάρων ολιγαρκών» του Βορρά. Κατά την προσφιλή τακτική της, η καγκελάριος Μέρκελ «ηγείται από το κέντρο».

Στην προηγούμενη κρίση, η Γερμανία στηρίχθηκε σε έναν προσκείμενο συνασπισμό κρατών, αποφεύγοντας η ίδια το βάρος της σύγκρουσης με χώρες όπως η Ελλάδα. Οταν τα πράγματα αγρίευαν υπήρχε πάντα ένας Σλοβάκος υπουργός Οικονομικών να κάνει τη δουλειά. Στην προηγούμενη κοινή γαλλογερμανική πρόταση μεταρρυθμίσεων του ευρώ (Μέζεμπεργκ, Ιούνιος 2018) πολλοί θεώρησαν ότι η κοινή πρόταση υποβλήθηκε με τη βεβαιότητα μετέπειτα ακύρωσής της από τη νεο-χανσεατική λίγκα, την τότε εκδοχή των σημερινού συνασπισμού των «τεσσάρων ολιγαρκών».

Ομως τώρα η γερμανική κυβέρνηση έχει λόγους να το εννοεί, διευκολυνόμενη από την ισχυρή δημοφιλία της καγκελαρίου. Η απόφαση του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου ήταν ένα επικοινωνιακό φιάσκο για τη χώρα, μια βρίθουσα θεσμικής αυταρέσκειας και νομικού σολιψισμού απόφαση, δώρο στους πάσης φύσεως αντι-ευρωπαϊστές, από την ΑfD μέχρι τον Ορμπαν. Επιτάχυνε διπλά τις εξελίξεις προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πρώτον, υποχρεώνοντας την κυβέρνηση Μέρκελ να καταδείξει εμπράκτως τη δέσμευσή της στην Ευρώπη. Δεύτερον, αποστερώντας την από τη δυνατότητα να στηρίζεται (όπως και στην προηγούμενη κρίση χρέους) στις πρωτοβουλίες της ΕΚΤ, καλύπτοντας την αδράνεια των κυβερνήσεων να ενεργοποιήσουν κοινά εργαλεία δημοσιονομικής τόνωσης. Μετά την Καρλσρούη, το Βερολίνο δεν μπορούσε πλέον να στηρίζεται στη Φρανκφούρτη για να κάνει τη δουλειά για λογαριασμό του.

Η γερμανική κυβέρνηση συνειδητοποιεί ίσως ότι η παρούσα κρίση διευρύνει το χάσμα Βορρά – Νότου (που είχε ήδη ανοίξει κατά την προηγούμενη εικοσαετία) σε τέτοιο βαθμό, που θα είναι αδύνατο να ανασχεθεί η περαιτέρω απόκλιση χωρίς επιπλέον κοινές ευρωπαϊκές παρεμβάσεις.

Σε μια περίοδο σταδιακής αποπαγκοσμιοποίησης, με τη σαφή ανάδυση τριών ολοένα πιο ανταγωνιστικών οικονομικών μπλοκ (ΗΠΑ, Κίνα, Ευρώπη), η Γερμανία, ως κατεξοχήν εξαγωγική μηχανή της Ευρώπης, αντιλαμβάνεται την ανάγκη να επενδύσει στην οικονομική θωράκιση της Ε.Ε. Ευτυχώς παραμένει στα πράγματα μια γενιά Γερμανών ηγετών δεσμευμένη στην Ευρώπη ως συγκροτησιακό στοιχείο της μεταπολεμικής γερμανικής δημοκρατικής ταυτότητας. Η συγκλονιστική ομιλία του Γερμανού προέδρου στις 8 Μαΐου, επέτειο τέλους του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το υπενθύμισε εναργώς.

Πιθανώς, η στιγμή που η Ευρώπη ανακαλύπτει τον Χάμιλτον συμπίπτει με τη στιγμή που η Γερμανία συναντάται με τη Γαλλία σε μια γεωπολιτική αντίληψη της σημασίας της ευρωπαϊκής ενότητας. Σε έναν κόσμο σταθερής αποδόμησης διεθνών πολυμερών θεσμών, οργανισμών και συμφωνιών (εναντίον των οποίων με εβδομαδιαία συχνότητα επιτίθεται ο Ντόναλντ Τραμπ), η Ε.Ε. θα καταλήξει ετερόνομη, έρμαιο του οξυνόμενου ανταγωνισμού ΗΠΑ – Κίνας, εάν δεν χαλυβδώσει την εσωτερική της ενότητα, εάν δεν προστατεύσει τη συνοχή του κοινού νομίσματός της και της ενιαίας αγοράς.

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, γενικός διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *