Μια αλήθεια για τον κορωνοϊό

Aπό την ερχόμενη Δευτέρα μπαίνουμε σιγά σιγά στην τρίτη φάση της πανδημίας του νέου κορωνοϊού στη χώρα μας. Στην πρώτη φάση, όταν κλείσαμε τα πάντα για να περιορίσουμε την ανεξέλεγκτη εξάπλωση του ιού στο γενικό πληθυσμό και για να αποφύγουμε τις ουρές ψυγείων με πτώματα στους δρόμους, κάποιος θα έλεγε ότι τα πήγαμε αρκετά καλά. Για τη δεύτερη φάση, όταν αρχίσαμε να ξανανοίγουμε τομείς της οικονομικής και της κοινωνικής δραστηριότητας, η αποτίμηση είναι πιο δύσκολη. Επιχειρήσεις και καταστήματα ξανάνοιξαν χωρίς δραματικές συνέπειες. Τα σχολεία ξανάνοιξαν χωρίς να παρατηρηθεί καμία έξαρση. Τουρίστες άρχισαν να έρχονται σιγά σιγά, χωρίς στην αρχή να υπάρχουν σοβαρά παρατράγουδα. Κανείς δεν ξέρει με ακρίβεια το γιατί άρχισε να χάνεται λίγο η μπάλα εκεί κατά τα τέλη του Ιουλίου, αλλά κάποιος μπορεί να υποθέσει πως ένα χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνικής ζωής που συνέπεσε χρονικά με την εκτόξευση των κρουσμάτων σε τετραψήφια νούμερα εβδομαδιαίως, πιθανότατα έπαιξε κάποιο ρόλο. Εννοώ την πατροπαράδοτη συνήθεια των κατοίκων αυτής της χώρας να αλλάζουν τελείως τρόπο ζωής κατά το δεύτερο μισό του καλοκαιριού, προς το πολύ πιο εξωστρεφές και αεικίνητο. Είναι μεγάλη κουβέντα αυτή αλλά, τέλος πάντων, όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι κάπου έχει στραβώσει το πράγμα εδώ προς το τέλος της δεύτερης φάσης, και υπάρχει αρκετή ανησυχία για το πώς θα εξελιχθεί η τρίτη φάση από Δευτέρα, όταν σιγά σιγά όλοι θα επιστρέφουν στον μη-καλοκαιρινό τρόπο ζωής, με τρεις σημαντικές διαφορές: τώρα έχει ξεπεραστεί το αρχικό σοκ της παγκόσμιας και πρωτοφανούς καταστροφής, πλέον δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλα ολοκληρωτικά lockdown και τώρα πλέον η φωνακλάδικη μειοψηφία των ψεκασμένων συμπολιτών μας έχει βγει απ’ το καβούκι της, απολύτως αποχαλινωμένη.

Υπάρχει, όμως, και κάτι πολύ ανησυχητικό, το οποίο ίσχυε στις προηγούμενες φάσεις της κρίσης και ισχύει και τώρα: ο κόσμος δεν έχει χωνέψει ακόμα το πρόβλημα που ζούμε εδώ όλοι μαζί. Όπως πολλοί μπορεί να διαπιστώσατε συζητώντας με άλλους ανθρώπους αυτό το καλοκαίρι, οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουν αντιληφθεί ακριβώς γιατί αυτή η πανδημία είναι μια αληθινά μεγάλη, σοβαρή και παγκόσμια κρίση. Κατά τη γνώμη μου δεν έχει χωνευτεί αρκετά ακόμα το εξής:

Το πρόβλημα δεν είναι ότι έχουμε μια πανδημία ενός πολύ επικίνδυνου ιού. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο το ότι αυτός ο ιός είναι πάρα πολύ θανατηφόρος ή ότι κολλάει εύκολα. Το πρόβλημα είναι ότι είναι καινούργιος.

Αυτό το καλοκαίρι διαπίστωσα επιπλέον ότι αυτό είναι και το μόνο πράγμα που χρειάζεται να εξηγήσει κανείς σε σαστισμένους συγγενείς, φίλους ή γνωστούς. Όχι στους “ψεκασμένους” συνανθρώπους μας, που πιστεύουν ότι ο Μπιλ Γκέιτς θέλει να τους βάλει τσιπάκι 5G στη μάσκα -αυτοί είναι χαμένοι, δεν βγάζεις άκρη μαζί τους. Αν όμως έχετε στο περιβάλλον σας ανθρώπους συνεννοήσιμους που απλά δυσκολεύονται να καταλάβουν πώς τους αφορά κάτι που δεν έχει επηρεάσει τη ζωή τους ή τη ζωή των ανθρώπων που γνωρίζουν ως τώρα, σας προτείνω να τους εξηγήσετε με υπομονή το εξής: ο ιός αυτός είναι πάρα πολύ τρομαχτικός και ολόκληρος ο πλανήτης έχει πατήσει φρενιασμένα φρένο και ξοδεύει τρισεκατομμύρια και όλοι λένε ότι πρέπει να φοράμε μάσκες επειδή, ακριβώς, είναι καινούργιος και δεν τον ξέρουμε καθόλου καλά.

Έχουν περάσει πια σχεδόν εννέα μήνες από τότε που πρωτοεμφανίστηκε και ακόμα δεν έχουμε καταλάβει πολλά βασικά πράγματα για το πώς λειτουργεί και για το τι κάνει στο ανθρώπινο σώμα. Υπερβολικά πολλά πράγματα. Γιατί αρρωσταίνουν περισσότεροι άνδρες από ό,τι γυναίκες; Πως εξηγείται το ότι τα παιδιά φαίνεται να αρρωσταίνουν πολύ πιο σπάνια από ό,τι οι ενήλικες; Γιατί άλλοι περνούν την αρρώστια χωρίς ούτε ένα σύμπτωμα και άλλοι την περνούν πολύ πολύ βαριά; Γιατί κάποιοι νέοι, υγιείς, χωρίς υποκείμενα νοσήματα, καταλήγουν διασωληνωμένοι στις ΜΕΘ -αλλά οι περισσότεροι όχι; Τι συμβαίνει με τους αρρώστους που παραμένουν άρρωστοι εδώ και τέσσερις ή πέντε μήνες; Γιατί υπάρχουν τόσα κρούσματα σε εργοστάσια επεξεργασίας κρέατος σε όλο τον κόσμο, αλλά όχι σε άλλους εργασιακούς χώρους όπου οι εργαζόμενοι δουλεύουν σε εξίσου δύσκολες συνθήκες; Γιατί στο Βιετνάμ, μια χώρα σχεδόν 100 εκατομμυρίων κατοίκων, που συνορεύει μάλιστα με την Κίνα, έχουν εντοπιστεί 1000 κρούσματα συνολικά από την έναρξη της επιδημίας, και έχουν αναφερθεί μόνο 25 θάνατοι; Πόσο κρατάει η ανοσία που έχει κάποιος που έχει περάσει την ασθένεια -αν υπάρχει, πράγματι ανοσία; Δεν ξέρουμε. Τίποτε από αυτά δεν γνωρίζουμε. Αυτό είναι το πρόβλημα.

Κι αυτή είναι και η βασική διαφορά αυτής από άλλες μεταδοτικές ασθένειες. Η διαφορά του SARS-Cov-2 από τον ιό της γρίπης δεν είναι τόσο το ότι ο πρώτος μεταδίδεται πιο εύκολα και σκοτώνει πολύ περισσότερους (που φαίνεται να ισχύει) αλλά το ότι τον ιό της γρίπης τον ξέρουμε. Οι επιστήμονες τον μελετάνε από το 1931. Γνωρίζουμε καλά πως λειτουργεί, τι προκαλούν τα διαφορετικά στελέχη του ιού στον οργανισμό, πόσο συχνά μεταλάσσεται. Υπάρχουν φάρμακα. Κάθε χρόνο βγαίνει καινούργιο εμβόλιο. Για τον SARS-Cov-2 τώρα τα μαθαίνουμε όλα αυτά σιγά σιγά, και μάλιστα την ώρα που έχει ξεφύγει εντελώς και μολύνει εκατομμύρια ανθρώπους σε όλες τις χώρες του πλανήτη. Γι’ αυτό τρομάζουμε με τους 800.000 νεκρούς σε 8 μήνες με τα πάντα κλειστά, παρ’ όλο που την ίδια ώρα δεν σκεφτόμαστε καθόλου τον HIV (ο ιός που προκαλεί το AIDS) που έχει σκοτώσει ένα εκατομμύριο ανθρώπους στο ίδιο διάστημα. Για τον HIV τρομάξαμε και πανικοβληθήκαμε πριν από σαράντα χρόνια. Τώρα τον έχουμε καταλάβει, ξέρουμε τι μας κάνει και ξέρουμε τι να περιμένουμε από αυτόν -και ζούμε μ’ αυτό, ως είδος.

Το ότι δεν ξέρουμε ακόμα το νέο κορωνοϊό και δεν καταλαβαίνουμε καλά την Covid-19 είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο. Η επιστήμη χρειάζεται χρόνο. Όλοι έχουν πέσει πάνω στο πρόβλημα και ψάχνουν. Είναι πιθανό αυτό το πράγμα να μην εξαφανιστεί πια ποτέ, και απλά να συνηθίσουμε να ζούμε και μαζί του, όπως ζούμε με τη γρίπη και τον HIV, ίσως με καλύτερα φάρμακα, εποχικά εμβόλια ή άλλα μέσα πιο αποτελεσματικής καταπολέμησης. Μέχρι τότε, όμως, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο από το να προσέχουμε περιμένοντας, λαμβάνοντας όσα μέτρα μπορούμε, ακόμα κι αν δεν είμαστε απολύτως σίγουροι ότι είναι όντως αποτελεσματικά, καθώς κανείς δεν μπορεί να ξέρει ακόμα.

Κι αν αυτό δεν ακούγεται αρκετά τρομακτικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε στη συζήτησή σας και και ένα από τα λίγα πράγματα που ξέρουμε σίγουρα γι’ αυτό τον ιό: ότι αν ξεφύγει σε έναν πληθυσμό και αφεθεί ανεξέλεγκτος, μπορεί να τον τινάξει στον αέρα. Στη Μαδρίτη κάθε χρόνο στο διάστημα από μέσα Μαρτίου μέχρι μέσα Απριλίου πεθαίνουν περίπου 3.000 άνθρωποι. Από όλα τα αίτια, συνολικά. Σταθερό αυτό, δεν αλλάζει. Φέτος στο ίδιο διάστημα στη Μαδρίτη πέθαναν 14.000 άνθρωποι.

Αυτό, από μόνο του, θα έπρεπε να αρκεί.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *