Με τεστ το άνοιγμα (και) της οικονομίας

Μπορεί να ξεκίνησε άγαρμπα, υποτιμώντας την υποχρέωση ενός σύγχρονου κράτους να προστατέψει την ανθρώπινη ζωή ως υπέρτατο αγαθό, αλλά η συζήτηση για την επανεκκίνηση της οικονομίας δεν απασχολεί μόνο τον Αμερικανό πρόεδρο. Ολοένα και περισσότεροι πολιτικοί αναζητούν τον ασφαλέστερο τρόπο για να αρχίσουν να ανοίγουν σταδιακά την οικονομία.

Αυτό, βεβαίως, αφού εξασφαλίσουν πως κάνουν ό,τι μπορούν για να ελέγξουν την πανδημία. Διότι ακόμη και αν ένα κράτος δεν λάμβανε κανένα μέτρο προστασίας της υγείας των πολιτών σε μια προσπάθεια να αποτρέψει μια μεγάλη ύφεση, το κόστος κάθε πρόωρα χαμένης ζωής είναι τόσο υψηλό, που θα υπερέβαινε το πιθανό οικονομικό όφελος. Στις ΗΠΑ, μια τέτοια επιλογή θα είχε συνέπεια εκατομμύρια θανάτους, με το «κόστος» κάθε ζωής να υπολογίζεται στα 9,3 εκατ. δολάρια. Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, μία έρευνα του Πανεπιστημίου Northwestern του Σικάγου υποστηρίζει ότι η ιδανική πολιτική δεν σταματά ταυτόχρονα όλη την οικονομική δραστηριότητα, αλλά κλείνει σταδιακά τις επιχειρήσεις όσο επιταχύνεται η διάδοση της ασθένειας. Με τον τρόπο αυτό, διατηρείται ένας ελεγχόμενος ρυθμός νέος κρουσμάτων, που με τον χρόνο επιτρέπει τη σταδιακή ανάπτυξη ανοσίας στον πληθυσμό.

Πώς όμως ανοίγει κανείς ξανά την οικονομία; Σε άρθρο τους στη Wall Street Journal, ο νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Ρόμερ και ο πρόεδρος του Ιδρύματος Ροκφέλερ Ρατζίβ Σαχ υποστηρίζουν ότι δεν είναι οικονομικά και κοινωνικά εφικτό να περιμένουν οι Αμερικανοί ένα ή και δύο χρόνια μέχρι να γίνει διαθέσιμο ένα εμβόλιο για τον κορωνοϊό για να επιστρέψουν στην εργασία τους. Αντιθέτως, υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να αναπτυχθεί ένα μαζικό και εύκολο τεστ αντισωμάτων για τη διάγνωση  του COVID-19, που θα επιτρέψει σε όσους δεν νοσούν να επιστρέψουν στην εργασία τους. Ακόμη και αν αυτό κοστίσει 100 δισ. δολάρια, τονίζουν, επί του παρόντος, η αμερικανική οικονομία χάνει 350 δισ. λόγω της πτώσης της παραγωγής μηνιαίως – άρα αξίζει τον κόπο, έστω και αν επισπεύσει το άνοιγμα της οικονομίας κατά μόνο ένα μήνα.

Οπως επισημαίνουν, ένα μαζικό πρόγραμμα διαγνωστικών τεστ θα προσφέρει τα δεδομένα που είναι απαραίτητα για να λάβουμε έξυπνες αποφάσεις σχετικά με το ποιος χρειάζεται να μείνει απομονωμένος και πού πρέπει να εστιαστούν οι προσπάθειες του κράτους για τον έλεγχο της επιδημίας.

Βεβαίως, δεν μπορούν όλες οι χώρες να διαθέσουν τόσα χρήματα για την ανάπτυξη ενός νέου τεστ –αν και ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Ολιβιέ Μπλανσάρ τονίζει ότι οι χώρες θα πρέπει να ξοδέψουν «όσα χρειαστεί» στην ιατρική μάχη εναντίον του ιού, αλλά και για να αποφύγουν μια ανθρωπιστική κρίση και μαζικές χρεοκοπίες, που θα καταστήσουν δυσκολότερη την επανεκκίνηση της οικονομίας–, αλλά να μη βιαστούν να τονώσουν τη ζήτηση προτού να είναι ξεκάθαρη η πορεία της επιδημίας.

Σε κάθε περίπτωση, το κίνητρο για ένα σχέδιο δράσης που θα ξεπαγώσει σταδιακά την οικονομία είναι ακόμη μεγαλύτερο για τις μικρότερες οικονομίες, που δεν διαθέτουν τρισεκατομμύρια για τη στήριξη των επιχειρήσεων και των εργαζομένων, άρα το κοινωνικό κόστος μιας μακράς περιόδου καραντίνας θα είναι πιο επώδυνο. Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι υπάρχουσες προβλέψεις στήριξης καλύπτουν μόνο 90 ημέρες, όταν στον Καναδά για παράδειγμα η συμμετοχή του κράτους ανέρχεται στο 75% των μισθών για τέσσερις μήνες.

Την ίδια στιγμή, το σοκ στη ζήτηση και οι περιορισμοί στις αεροπορικές μεταφορές πλήττουν περισσότερο τις χώρες που είναι πιο ανοιχτές στην παγκόσμια οικονομία. Η Ελλάδα μπορεί να μην έχει μεγάλες εξαγωγές, αλλά δεν παύει να έχει μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό – γι’ αυτό και το να διασώσει μέρος της σεζόν θα ήταν ένα σημαντικό όφελος για τους εργαζομένους, τις επιχειρήσεις του κλάδου και την ελληνική οικονομία.

Πιο μακροπρόθεσμη, όμως, θα ήταν μια προσέγγιση που θα χρησιμοποιούσε την κρίση ως ευκαιρία για μια δυναμική στροφή στην αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας σε τομείς όπως ο πολιτισμός και η εκπαίδευση, που, ενώ παραδοσιακά λέμε ότι αποτελεί το συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας, δεν επενδύουμε αρκετά. 

Τα καλά νέα είναι ότι έως ότου κυκλοφορήσει ευρέως το τεστ που θα βοηθήσει να ξεπαγώσει την οικονομία, υπάρχουν και πιο άμεσες λύσεις. Κλειδί, σύμφωνα με τους ερευνητές του Πανεπιστημίου Northwester, είναι ένας έξυπνος περιορισμός, ο οποίος σε πρώτη φάση μπορεί να βασίζεται σε κάτι τόσο απλό όσο ο έλεγχος της θερμοκρασίας των πολιτών, δηλαδή κάτι που ήδη εφαρμόζεται σε χώρες της Ασίας. 

* Η κ. Κατερίνα Σώκου είναι Nonresident Senior Fellow στο Atlantic Council.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *