Με ορίζοντα το 2030: η Ευρώπη στον κόσμο, η Ελλάδα στον μικρόκοσμο 1

Η ​​διαφοροποίηση Ευρώπης – Ελλάδας με ορίζοντα το 2030 εστιάζεται στην ισχυρή, από τη μια, ατζέντα της Ευρώπης και στην ανίσχυρη, από την άλλη, απροσανατόλιστη ατζέντα της Ελλάδας. Μια Ευρώπη με πολιτικές, οικονομικές και τεχνολογικές δεξιότητες, ισότιμη εταίρος δυνατών ανά τον κόσμο οικονομιών, με παραγωγικό δυναμικό εναρμονισμένο στην αξιοποίηση πόρων και δυνατοτήτων, στην αναβάθμιση ενός άριστα καταρτισμένου και εκπαιδευμένου ανθρώπινου δυναμικού που αναμετρείται με τις προκλήσεις του μέλλοντος. Μια Ευρώπη βασισμένη στη γεφύρωση σχέσεων σεβασμού και αμοιβαίου συμφέροντος, που κατέχει πρωτεύουσα θέση σε ένα παγκόσμιο δίκτυο ελεύθερων εμπορικών συναλλαγών στη βάση αρχών και κανόνων αποτρεπτικών κάθε μορφής προστατευτισμών, που απολαμβάνει επιπλέον τα οφέλη της παγκοσμιότητας του διεθνούς εμπορίου με πολλαπλασιαστική, προστιθέμενη ενέργεια για επιχειρήσεις, καταναλωτές και εργαζομένους.

Η Ευρώπη το 2030 ανοικτή στον κόσμο, με ισχυρή φωνή στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, θα συμβάλει στην ολοκληρωτική μεταρρύθμιση του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου, θα διαπραγματεύεται στα πολυμερή fora με επιχειρήματα και κατεύθυνση στη μεταρρυθμιστική ατζέντα αλλαγών, σε όλα τα επίπεδα κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής.

Ενεργός ηγέτις στις προκλήσεις που έρχονται και με προνομιακή θέση, εξασφαλίζοντας παγκόσμιες συμφωνίες για τα μεγάλα, καυτά ζητήματα: της αλλαγής του κλίματος, της προστασίας του περιβάλλοντος και της συμμετοχής της στις απαιτήσεις της ψηφιακής οικονομίας. Η διασφάλιση της ακεραιότητας της ενιαίας αγοράς της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της ύπαρξης δικτύου ασφάλειας με το Ηνωμένο Βασίλειο συνιστά προτεραιότητα για μια βαθιά οικονομική και πολιτική σχέση. Η μακρόχρονη συμμαχία με ΗΠΑ και Καναδά θα αντιταχθεί σε πιθανά εμπόδια που δημιουργούν αναταράξεις στην εμπορική κινητικότητα και στις επενδύσεις. Η απειλή κατά της δημοκρατίας που ευαισθητοποιεί το ενδιαφέρον και αμβλύνει αντιξοότητες είναι προτεραιότητα στην ατζέντα του 2030, ενώ οι βαθύτερες συμπράξεις με γειτονικές χώρες, αναλόγως της ιδιαιτερότητας του κάθε κράτους, αποτελούν δείγμα πολιτικού πολιτισμού και ορθολογικής πολιτικής συμπεριφοράς. Οι σχέσεις με Ρωσία θα εξελιχθούν στη λογική της αμοιβαιότητας και σεβασμού των διεθνών κανόνων και από την άλλη η σχέση της με αφρικανικές χώρες θα οριοθετηθούν στο πλαίσιο επωφελών οικονομικών σχέσεων και ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ των δύο ηπείρων. Η συμμετοχή και οργάνωση περιφερειακών και παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού και οι επενδύσεις σε βασικές υποδομές θα λειτουργήσουν προπαρασκευαστικά σε ένα περιβάλλον καινοτομίας και ισόρροπης αναπτυξιακής διαδικασίας. Ολοι πλέον κατανοούν ότι ο ανταγωνισμός επί ίσοις όροις και η διεύρυνση τομέων συνεργασίας συνιστούν μονόδρομο διατηρήσιμης ευημερίας.

Οι εισροές επίσης παράνομης μετανάστευσης θα ελέγχονται σε μεγάλο βαθμό μέσω ενός αποτελεσματικού συστήματος ασφάλειας των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αλλά το 2030 η Ευρώπη θα κυριαρχεί και στον κυβερνοχώρο ανά τον κόσμο, μέσα από έναν αναγκαίο συντονισμό για τυχόν απειλές στον χώρο αυτό καθώς και λήψης μέτρων που περιορίζουν το έγκλημα. Οι εξωτερικές απειλές και η ασφάλεια των κρατικών οντοτήτων θα προστατεύονται στη βάση συμφωνηθέντων κανόνων και σοβαρού νομοθετικού πλαισίου που διασφαλίζει τη λειτουργικότητα και αποτελεσματικότητα στο πλαίσιο μιας κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας.

Και όλα αυτά, βεβαίως, αντίκεινται στις δυσμενείς προβλέψεις του Βr. Simms, καθηγητού του Κέμπριτζ, για την Ευρώπη σε πρόσφατο δημοσίευμά του στο New Statesman, που υποστηρίζει ότι ανοίγει μια νέα περίοδος, αντίστοιχη με αυτή των αρχών του 16ου αι., κατακερματισμού και οξύτατων πολιτικοϊδεολογικών αντιπαραθέσεων στο εσωτερικό των κρατών, που είναι άγνωστο πότε θα κλείσει.

Οσον αφορά τώρα την Ελλάδα, είναι αλήθεια ότι έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία εσωστρέφειας, συστολής και στασιμότητας, η οικονομία παραμένει άνευρη και αναιμική. Υπό κανονικές συνθήκες η δεκαετής οικονομική κρίση θα έπρεπε να επιταχύνει τους ρυθμούς κατά 5% έως 7%, αντίθετα παραμένει προσκολλημένη στο 1,5% με 2%, οι δε προβλέψεις μέχρι το 2025 κυμαίνονται γύρω στο 2%-2,5%.

Η ιδιωτική κατανάλωση από τα τέλη ήδη του 2017 συνιστούσε την κινητήριο δύναμη και για το 2018 με θετικό πρόσημο +0,1% και ανάλογες προσδοκίες μέχρι το 2020, κάτι που πιθανόν να επιδράσει θετικά για τα επόμενα πέντε χρόνια τόσο στη μεγέθυνση του ΑΕΠ όσο και στην απασχόληση. Από την άλλη, ο ρυθμός αποταμίευσης των νοικοκυριών παρέμεινε αρνητικός -4% για το 2018, με τα μικρά περιουσιακά στοιχεία να εξαντλούνται και τα αποθέματα ιδιωτικού χρέους να είναι από τα χαμηλότερα, συγκρινόμενα με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το υψηλό δημόσιο χρέος και το ανεξέλεγκτο ιδιωτικό χρέος επιτείνουν την αδυναμία εξυπηρέτησης, σε συνδυασμό και με την ιδεοληπτική προσέγγιση των κυβερνήσεων αναφορικά με το οικονομικό παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης που πρέπει να υπηρετήσουν.

Η συνεισφορά των εμπορεύσιμων τομέων της οικονομίας, π.χ. γεωργίας, βιομηχανίας, εμπορίου, τουρισμού, logistics, προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, και αποκτά χαρακτηριστικά «άσκησης επί χάρτου» με επικοινωνιακό όμως περιεχόμενο και λειτουργώντας συμπληρωματικά, αλλά όχι ουσιαστικά, στις πολιτικές ομιλίες αρχηγών κομμάτων και επίδοξων κάθε λογής πολιτευτών, σε σημείο μάλιστα που ούτε οι ίδιοι έχουν καταλάβει τι τελικά συμβαίνει με αυτά τα εμπορεύσιμα προϊόντα και πώς αυτά θα συνδράμουν στην ενδυνάμωση της οικονομίας μέσω της προστιθέμενης αξίας που παράσχουν και του ανταγωνιστικού οφέλους από την ικανότητά τους να αναμετρηθούν με αντίστοιχα ανταγωνιστικά προϊόντα του εξωτερικού. Οι εξαγωγές συνέβαλαν ουσιαστικά στην ανάπτυξη και θα συμβάλουν περαιτέρω, όχι όμως ενταγμένες σε μια οργανωμένη στρατηγική εξωστρέφειας των ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά περισσότερο ως λύση ανάγκης λόγω στενότητας της εσωτερικής αγοράς. Είναι αντιληπτό ότι η προσέγγιση αυτή δεν έχει βάθος και εύρος αναπτυξιακής προοπτικής. Συνεχίζουν δε να υπολείπονται των εισαγωγών με αποτέλεσμα τη διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος. Υπό κανονικές συνθήκες ένα μέρος των εισαγωγών θα έπρεπε να αποτελέσει «κομμάτι» της εγχώριας παραγωγικής διαδικασίας, κάτι που θα οδηγούσε σε ευεργετική μετεξέλιξη της κατανάλωσης και θα την αποενοχοποιούσε από τους υπέρμαχους της άποψης ότι η κατανάλωση ευθύνεται για όλα, καθώς θα μιλούσαμε για κατανάλωση εγχωρίως παραγομένων και όχι εισαγομένων προϊόντων.

* Ο δρ Αντώνης Ζαΐρης είναι αναπληρωτής αντιπρόεδρος ΣΕΛΠΕ, μέλος Ενωσης Αμερικανών Οικονομολόγων (AEA).

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *