Πριν με κακοχαρακτηρίσετε για «βαρβαρισμό» να απολογηθώ πως ο τίτλος δεν είναι δική μου ιδέα. Τον δανείστηκα από το αφιέρωμα για την Ελλάδα του περιοδικού Economist το 2002. Ο συντάκτης εκείνου του κειμένου σημείωνε, μάλιστα, πως ενώ οι λέξεις Δημοκρατία και Γεροντοκρατία είναι ελληνικής προέλευσης, οι Ελληνες δεν γέννησαν μια παρόμοια λέξη για να περιγράψουν την κυριαρχία των νέων.

Το γιατί, είναι εύκολο, νομίζω, να καταλάβουμε. Δεν χρειάστηκε να φτιαχτεί μια λέξη για ένα ανύπαρκτο φαινόμενο. Πέρα ωστόσο από τους νεολογισμούς, το αφιέρωμα του Economist –ένας καλός φίλος μου το προώθησε μετά το άρθρο μου στην «Καθημερινή» («Αλίμονο στα νιάτα», 14/6/2020), που προκάλεσε σωρεία αντιδράσεων– είναι από πολλές πλευρές ενδιαφέρον.

Ηταν το 2002. Η Ελλάδα προετοιμαζόταν για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων έχοντας ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης 4% (2000-2002), 5% (2004) ή και σχεδόν 6% (2003). Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ πλησίαζε τον μέσον όρο των οικονομιών της Ε.Ε. Η ανεργία κινούνταν με πτωτικές τάσεις στο χαμηλό για ελληνικά δεδομένα 10%. Συνολικά, αποτυπωνόταν η εικόνα μιας ακμάζουσας χώρας που κατατασσόταν στις 25 πρώτες του κόσμου στον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης και ποιότητας ζωής (22η το 2005-2008).

Κι ενώ από τη μια βλέπαμε να εξελίσσεται «το ελληνικό θαύμα» και η Ελλάδα να αναπαρίσταται στα διεθνή ΜΜΕ ως Προμηθέας απελευθερωμένος από τα δεσμά του, από την άλλη μερικές «μουτζούρες» αμαύρωναν την εικόνα της ελληνικής προόδου. Μία από αυτές ήταν η θέση των νέων στην ελληνική κοινωνία.

Μπορεί η γεροντοκρατία να μην έφτασε στη χώρα μας στα σοβιετικά επίπεδα, αλλά δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως αποτέλεσε ένα διαχρονικό φαινόμενο ιδιαίτερα αισθητό στον χώρο της αγοράς εργασίας. Πολλοί τομείς, σημείωνε το άρθρο του Economist, από την ιατρική μέχρι την πολιτική και από το Πανεπιστήμιο μέχρι τη δημόσια διοίκηση κυριαρχούνται από μια καθεστηκυία τάξη πρεσβύτερων, που κάνει τα πάντα για να ισχυροποιήσει τη θέση όσων έχουν μακροχρόνια προϋπηρεσία, συνήθως εις βάρος φιλόδοξων και ικανών νέων που κρατιούνται σε χαμηλές πτήσεις. Αυτό αναπαράγει μια κουλτούρα που διαιωνίζεται. Ο καθένας πρέπει να περιμένει τη σειρά του.

Στα χρόνια της κρίσης η πρακτική αυτή οξύνθηκε διευρύνοντας ήδη υπαρκτές ανισότητες. Ανθρωποι αμείβονταν 30%, 50% ή και 70% λιγότερο από άλλους που έκαναν την ίδια δουλειά με τα ίδια προσόντα. Το μόνο κριτήριο που τους διαφοροποιούσε ήταν τα χρόνια απασχόλησης.

Το 2002, η συνολική ανεργία στην Ελλάδα ήταν 10%. Η ανεργία των νέων όμως βρισκόταν στο 30%. Με απλά λόγια, ενώ η ανάπτυξη έτρεχε κατά μέσον όρο με ετήσιο ρυθμό 4% για μια ολόκληρη εξαετία (1999-2004), αυτό είχε μικρή επίπτωση στην αγορά εργασίας των νέων. Συγκρίνοντας μάλιστα με άλλες χώρες με παρόμοια χαρακτηριστικά, η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν εμφανώς χειρότερη. Για παράδειγμα, ενώ η ανεργία στην Ισπανία ήταν ακριβώς στα ίδια επίπεδα με αυτά της χώρας μας, η ανεργία των νέων ήταν 10 μονάδες μικρότερη.

Στη συνέχεια, η κρίση επιδείνωσε δραματικά τα πράγματα. Η ανεργία των νέων ξεπέρασε το 50%, ενώ η υποαπασχόληση, η μερική και εποχιακή απασχόληση, εκτινάχθηκαν καλύπτοντας ένα μέρος του προβλήματος. Δυστυχώς αυτοί οι τομείς της νεανικής απασχόλησης (τουρισμός, εστίαση, πολιτισμός) είναι που χτυπήθηκαν περισσότερο με τα μέτρα για την πανδημία.

Πλήθος νέων ανθρώπων μετανάστευσε τα τελευταία χρόνια. Πολλοί άλλοι συνέχισαν σπουδές όχι από ενδιαφέρον ή συγκεκριμένη στόχευση αλλά επειδή δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν. Η συσσώρευση τυπικών προσόντων «μήπως και γίνει τίποτα» αποτέλεσε εθνικό σπορ. Από τη στιγμή που έπαυσαν οι προσλήψεις στο Δημόσιο, ένας μεγάλος αριθμός πτυχιούχων οδηγήθηκε σε αποκλεισμό από την αγορά εργασίας ή στην παραοικονομία (π.χ. ιδιαίτερα μαθήματα).

Το 2012, σε έρευνα μεταξύ όσων ήταν τουλάχιστον πέντε χρόνια πτυχιούχοι του τμήματος όπου διδάσκω, τα αποτελέσματα ήταν καταθλιπτικά. Χονδρικά, ένας στους δύο ήταν άνεργος, ένας στους τέσσερις συνέχιζε μεταπτυχιακές σπουδές και μόλις ένας στους τέσσερις εργαζόταν – να σημειωθεί ότι οι φοιτητές του τμήματος αποκτούν ειδικές δεξιότητες (ρωσική και τουρκική γλώσσα) που επιτρέπουν ευκολότερη πρόσβαση στο χώρο του τουρισμού, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα.

Στη συνείδησή μας, ως κοινωνία, αντισταθμίζουμε αυτήν την άθλια κατάσταση με την πεποίθηση πως κάνουμε ό,τι μπορούμε, επειδή η ελληνική οικογένεια «θυσιάζεται» για να στηρίξει τα παιδιά της έως αυτά «να βρουν τον δρόμο τους», συχνά αρκετά μετά τα τριάντα τους χρόνια. Ανακουφιζόμαστε συνειδησιακά επειδή οι γιαγιάδες μοιράζονται τις συντάξεις τους με τα άνεργα εγγόνια τους.

Δυστυχώς, τα παραπάνω δεν είναι η λύση, αλλά το πρόβλημα. Είναι συμπτώματα της άρρωστης κατάστασης μιας κοινωνίας που ευνουχίζει συναισθηματικά, οικονομικά και κοινωνικά τις νεότερες γενιές, οδηγούμενη τελικά η ίδια σε μαρασμό.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *