Ηγεσία και ευθυκρισία

Αν δεν κινείτο ταχύτατα ο μηχανισμός ασφαλείας στον Εβρο για να αντιμετωπίσει την απόπειρα εισβολής, ίσως έσπαγε ο φράχτης στα ελληνοτουρκικά σύνορα. Τότε, όχι μόνο θα παραβιαζόταν η κρατική κυριαρχία, αλλά θα αποτύγχανε παταγωδώς το ελληνικό κράτος. EPA / DIMITRIS TOSIDIS

Ολα τα «ήπια» (σαφώς δομημένα) προβλήματα είναι παρόμοια, αλλά κάθε «ατίθασο» (πολύσημο, υψηλής αβεβαιότητας, και μεταλλασσόμενο) πρόβλημα είναι μοναδικό.

Το 1996 η κυβέρνηση Σημίτη αντιμετώπισε την κρίση στα Ιμια. Οι κυβερνήσεις Καραμανλή και Τσίπρα ήρθαν αντιμέτωπες με φονικές πυρκαγιές στην Ηλεία και στην Αττική, το 2007 και το 2018 αντιστοίχως. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη διαχειρίστηκε πρόσφατα δύο αλλεπάλληλες κρίσεις – την οργανωμένη από την Τουρκία απόπειρα παραβίασης των συνόρων της χώρας από μετανάστες στον Εβρο και, τώρα, την κρίση του κορωνοϊού. Κάθε κρίση είχε τη δική της ιδιαιτερότητα. Ολες, όμως, είχαν κάτι κοινό: ο χειρισμός της κρίσης εξαρτιόταν από την ποιότητα της ηγεσίας.

Εκ των υστέρων, βέβαια, είμαστε όλοι σοφοί. Εχοντας δει την έκβαση μιας κρίσης, διαθέτουμε γνώση που δεν διέθεταν οι λήπτες αποφάσεων την ώρα της δράσης. Το δύσκολο, ωστόσο, είναι να παίρνεις αποφάσεις σε πραγματικό χρόνο, υπό πίεση, όταν «προχωράς στην ομίχλη», όπως γράφει ο Μίλαν Κούντερα – όταν η ορατότητα είναι περιορισμένη, η αβεβαιότητα έντονη, τα σημεία διακλάδωσης στο δένδρο αποφάσεων πολλά. Σε τέτοιες περιστάσεις κρίνεται ο ηγέτης – δοκιμάζεται η ευθυκρισία του.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς πολιτικός φίλος του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη για να αναγνωρίσει ότι, σε δύο δύσκολες στιγμές το τελευταίο τετράμηνο, το πηδάλιο της χώρας κρατούσε ένας πρωθυπουργός με «αίσθηση της πραγματικότητας» – το σημαντικότερο στοιχείο της πολιτικής ευθυκρισίας, όπως γράφει ο Αϊζάια Μπερλίν.

Ο statesman, παρατηρεί ο Μπερλίν, κινείται ταυτοχρόνως σε δύο επίπεδα: αυτό της γνώσης των δεδομένων και των γενικεύσεων, και αυτό της κατανόησης των ιδιαιτεροτήτων μιας κατάστασης και των άρρητων στοιχείων που τη συνθέτουν. Το πρώτο επίπεδο απαιτεί ανάλυση, το δεύτερο διαίσθηση. Η ανάλυση αξιοποιεί την επιστημονική γνώση, γενικεύει και προβλέπει. Η διαίσθηση συλλαμβάνει την εξελισσόμενη «φυσιογνωμία» μιας κατάστασης – τη μοναδικότητα των χαρακτηριστικών της.

Ταχύτατα ανακλαστικά

Τόσο στην περίπτωση του Εβρου όσο και σε αυτή της πανδημίας, ο πρωθυπουργός επέδειξε ευθυκρισία και ταχύτατα ανακλαστικά: κατάλαβε γρήγορα ότι επρόκειτο για απόπειρα εισβολής, στην πρώτη περίπτωση, και για δυνητικώς οξύτατο πρόβλημα δημόσιας υγείας, στη δεύτερη.

Δεν ήταν αυτονόητο. Πρώτον, τα προβλήματα δεν έχουν ετικέτες – ορίζονται από τους λήπτες αποφάσεων. Οταν μετανάστες-πρόσφυγες εισέρχονται μαζικά στη χώρα σου τι αντιμετωπίζεις: ανθρωπιστική κρίση ή εισβολή; Οταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος με μια υγειονομική κρίση, σε τι δίνεις προτεραιότητα – στην υγεία ή την οικονομία; Αυτό που καθιστά τα προβλήματα αυτά «ατίθασα» είναι ότι και τα δύο σκέλη του διλήμματος είναι εύλογα. Πού θα δώσεις έμφαση κάθε φορά εξαρτάται από τον συγκερασμό ανάλυσης και διαίσθησης στα εκάστοτε συμφραζόμενα.

Δεύτερον, ο χρόνος είναι καθοριστική παράμετρος στη λήψη αποφάσεων. Αν δεν κινούνταν ταχύτατα ο μηχανισμός ασφάλειας στον Εβρο ίσως έσπαγε ο φράχτης στα ελληνοτουρκικά σύνορα. Η κατάσταση τότε θα ήταν πολύ διαφορετική. Οχι μόνο θα παραβιαζόταν η κρατική κυριαρχία, αλλά θα αποτύγχανε παταγωδώς το ελληνικό κράτος, με αρνητικές συνέπειες για την εθνική αυτοπεποίθηση. Αν η απόφαση για τα περιοριστικά μέτρα και, τελικά, τον εγκλεισμό, λαμβάνονταν μία βδομάδα αργότερα, η πανδημία ίσως αποκτούσε διαστάσεις Ιταλίας. (Το ξέρουμε από την εμπειρία άλλων χωρών. Εκτιμάται ότι αν ο πρόεδρος Τραμπ είχε λάβει μέτρα «κοινωνικής αποστασιοποίησης» δύο εβδομάδες νωρίτερα, το 90% των θανάτων στις ΗΠΑ ίσως είχε αποφευχθεί.)

Αντιμετωπίζοντας ατίθασα προβλήματα, ο ηγέτης δεν μπορεί να ξέρει αν υπο- ή υπερ-αντιδρά. Το διαισθάνεται, όμως. Αυτό που έχει σημασία είναι να συντονίζεται με τη μεταβαλλόμενη πραγματικότητα: να βλέπει τη μεγάλη εικόνα, να ανα-θεωρεί, να ξέρει τι θέλει, να ξέρει ν’ ακούει, να δίνει τον ρυθμό στην κρατική μηχανή, να δουλεύει ομαδικά με άξιους συνεργάτες, να προσηλώνεται στο κοινό καλό. Ο ναρκισσιστής ηγέτης δεν διαθέτει αυτές τις αρετές. Νομίζει ότι τα ξέρει όλα, παρασύρεται από επιμέρους ομάδες συμφερόντων, διχάζει και δημαγωγεί, προτάσσει το πολιτικό όφελος. Η περίπτωση Τραμπ είναι χαρακτηριστική.

Ισορροπία προτεραιοτήτων

Ο κ. Μητσοτάκης επέδειξε σύνθεση αναλυτικής ικανότητας και διαισθητικής αντίληψης. Σε συνέντευξή του στον Αλ. Παπαχελά («Κ», 24/4/20) είπε: «Υπήρχε το ερώτημα μήπως βιαζόμαστε. Επειδή όμως είχα φροντίσει ο ίδιος να διαβάσω πολύ και να ενημερώνομαι για τον τρόπο με τον οποίο άλλες χώρες διαχειρίστηκαν ανάλογα προβλήματα [κορωνοϊού] και να βρίσκω ιστορικές αναλογίες, ήμουν αρκετά σίγουρος ότι κάναμε το σωστό». Δείτε τον τρόπο σκέψης του αποτελεσματικού κυβερνήτη: εγρήγορση και ενημέρωση (ανάλυση), αναλογική σκέψη (συνεχής μάθηση), διαισθητική βεβαιότητα (αυτοπεποίθηση).

Καθότι ο κυβερνήτης ισορροπεί αντικρουόμενες προτεραιότητες σε περιβάλλον αβεβαιότητας, η αναβλητικότητα είναι συνήθης πρακτική – «να το δούμε αργότερα όταν θα γνωρίζουμε περισσότερα». Ο πρωθυπουργός την απέφυγε. Αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι το μείζον, αρχικά τουλάχιστον, ήταν η προστασία της δημόσιας υγείας. Γνώριζε ότι το ΕΣΥ δεν θα άντεχε αν κατακλυζόταν από ασθενείς του κορωνοϊού. Ο έγκαιρος καθολικός εγκλεισμός ήταν η φρόνιμη απόφαση.

Η ζητούμενη «μεσότης» του ηγέτη –η αποφυγή της υπο- ή υπερ-αντίδρασης–δεν είναι το μέσο σημείο μεταξύ δύο αντικρουόμενων αγαθών (υγεία έναντι οικονομίας) αλλά ό,τι ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίσταση. Αρχικά, προτεραιότητα είχε η προστασία της υγείας, μέσα από την πατερναλιστική κρατική παρέμβαση.

Κατόπιν, η προσοχή στράφηκε βαθμιαία στην προστασία της οικονομίας, ζητώντας από τους πολίτες να αναλάβουν λελογισμένο ρίσκο, έχοντας όμως κερδίσει θεραπευτικό χρόνο.

Η ευθυκρισία του πρωθυπουργού προστάτευσε τη χώρα και δικαιολογημένα του απέφερε, προσώρας, υψηλό πολιτικό κεφάλαιο. Η επόμενη πρόκληση είναι πώς θα το αξιοποιήσει. Το επιτελικό (πρωθυπουργικοκεντρικό) κράτος αποδίδει σε περιόδους έκτακτης ανάγκης. Σε συνθήκες σχετικής ομαλότητας, όμως, το ζητούμενο παραμένει η ορθολογική –ακομμάτιστη, μη πελατειακή, επαγγελματική– λειτουργία των θεσμών. Η υπακοή του πολίτη στις κρατικές εντολές προήλθε περισσότερο από φόβο για την υγεία του και λιγότερο γιατί εμπιστεύεται το κράτος. Χρειάζεται πολλή δουλειά για να εμπεδωθεί η εμπιστοσύνη. Θα επανέλθω.

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *