Οι τρεις λόγοι για τις πιέσεις στις μετοχές των τραπεζών

Οι τρεις λόγοι για τις πιέσεις στις μετοχές των τραπεζών

Οι τρεις λόγοι για τις πιέσεις στις μετοχές των τραπεζών 1

Η απουσία ενός συνεκτικού αφηγήματος που να απαντά με αξιοπιστία στις προκλήσεις του τραπεζικού κλάδου βρίσκεται στη βάση της υποτιμητικής ψυχολογίας που κυριάρχησε στο χρηματιστήριο και έχει οδηγήσει τον τραπεζικό δείκτη σε απώλειες 42,47% το τελευταίο τρίμηνο. Αν και η αναταραχή αποδίδεται σε κερδοσκοπικές πιέσεις, που πυροδοτήθηκαν και από την αδυναμία της Τράπεζας Πειραιώς να αντλήσει από τις αγορές το ομόλογο των 500 εκατ. ευρώ για την ενίσχυση των κεφαλαίων της, η αλήθεια είναι ότι το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με ισχυρές προκλήσεις που θα στρεσάρουν τόσο σε βραχυπρόθεσμο όσο και σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα τις αντοχές του.

Οι υψηλοί στόχοι που έχουν τεθεί για τη μείωση των κόκκινων δανείων, οι σημαντικές αρρυθμίες που παρουσιάζουν όλα τα διαθέσιμα εργαλεία για τη μείωση των κόκκινων δανείων, όπως οι πλειστηριασμοί, ο νόμος Κατσέλη και ο εξωδικαστικός μηχανισμός, σε συνδυασμό με τις αυξημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις που επέρχονται από το 2019, έχουν προκαλέσει την ανησυχία των επενδυτών, που διαβλέπουν στο βάθος αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου.

Η υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια που διαθέτουν οι ελληνικές τράπεζες δεν αμφισβητείται και όπως επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου, οι σχετικοί δείκτες παραμένουν σε υψηλά επίπεδα – 18,5% για την Alpha Bank, 16,2% για την Εθνική Τράπεζα, 14,8% για την Eurobank και 13,6% για την Τράπεζα Πειραιώς (εάν συνυπολογιστούν και τα Cocos ύψους 2 δισ. ευρώ που συνθέτουν τα βασικά κεφάλαια της τελευταίας).

Να σημειωθεί ότι ο ελάχιστος δείκτης για τα εποπτικά κεφάλαια που έχει οριστεί από τον SSM διαμορφώνεται σήμερα στο 12,875% και αναμένεται να αυξηθεί κατά 0,6% από τις αρχές του χρόνου. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες διαθέτουν ήδη ένα ικανοποιητικό κεφαλαιακό «μαξιλάρι», η διατήρηση του οποίου ωστόσο, όπως εξηγούν πηγές με γνώση του θέματος, προϋποθέτει την υλοποίηση όλων των δεσμεύσεων με υψηλή ακρίβεια. Με δεδομένο ότι μέχρι σήμερα η απομείωση των κόκκινων δανείων βασίστηκε κατά κύριο λόγο στις διαγραφές δανείων από το απόθεμα των προβλέψεων, οποιαδήποτε αστοχία στην τήρηση των στόχων θα τρώει πλέον από το απόθεμα των κεφαλαίων, ενώ την ίδια στιγμή και οι λύσεις που έχουν σχεδιαστεί εμπεριέχουν από μόνες τους υψηλούς κινδύνους.

Το γεγονός ότι οι νέοι στόχοι για μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων από τα 88,6 δισ. ευρώ στο μισό περίπου έως και το 2021, θα είναι εμπροσθοβαρείς, δηλαδή θα οδηγούν σε ταχεία αποκλιμάκωση τα δύο πρώτα χρόνια (2019 – 2020), θα υποχρεώσει τις τράπεζες να προχωρήσουν σε μαζικές πωλήσεις χαρτοφυλακίων προκειμένου να ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν έναντι του SSM. Η ταχεία απομόχλευση του δανειακού χαρτοφυλακίου με μαζικές πωλήσεις εκτιμάται ότι θα οδηγήσει τις τράπεζες να εγγράψουν ζημίες από τις πωλήσεις χαρτοφυλακίων σε φθηνές τιμές, συρρικνώνοντας το κεφαλαιακό μαξιλάρι που έχουν σχηματίσει.

Οι πλειστηριασμοί ακινήτων, που θα συμβάλουν κατά το ένα τρίτο περίπου στη μείωση των κόκκινων δανείων, είναι προς το παρόν αναποτελεσματικοί, αφού η συντριπτική πλειονότητα των ακινήτων που βγαίνουν στον πλειστηριασμό καταλήγει στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα 4.810 ακίνητα που άλλαξαν χέρια μέσω πλειστηριασμών το 2018, οι τράπεζες έχουν αγοράσει 3.800 ακίνητα, ενώ πάνω από τους μισούς πλειστηριασμούς που διενεργήθηκαν απέβησαν άκαρποι, επιβεβαιώνοντας ότι η λειτουργία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμενα.

Ο εξωδικαστικός μηχανισμός που σχεδιάστηκε με στόχο τη ρύθμιση των οφειλών που έχουν οι επιχειρήσεις σε τράπεζες και Δημόσιο αποδεικνύεται μια «σοφιστικέ» διαδικασία για λίγους, ενώ οι προσπάθειες των τραπεζών για την αποσυμφόρηση των δικαστηρίων από τις άνω των 150.000 αιτήσεων του νόμου Κατσέλη δεν έχουν προς το παρόν αποδώσει.

Οι τράπεζες ανησυχούν πως οι εκτιμήσεις τους για τους λεγόμενους στρατηγικούς κακοπληρωτές, που υπολογίζονταν ότι είναι έως και το 25% των οφειλετών που βαρύνονται με κόκκινα δάνεια, δεν επαληθεύονται, στοιχείο που θα τις φέρει αντιμέτωπες με τον σκληρό πυρήνα του προβλήματος, δηλαδή την αδυναμία εφαρμογής αποτελεσματικών ρυθμίσεων για την ανάκτηση μέρους των χρεών. Εάν το άνοιγμα των λογαριασμών όσων έχουν ενταχθεί στον νόμο Κατσέλη επιβεβαιώσει αυτή την εκτίμηση, το πρόβλημα θα καταστεί ακόμη πιο δύσκολο και θα αποτελέσει έναν ακόμη λόγο για γενναίες διαγραφές, που θα επιβαρύνουν εντέλει τα κεφάλαια.

Μοναδική διέξοδος από το σπιράλ της διαρκούς απαίτησης για νέα κεφάλαια συνιστά η δημιουργία πηγών κερδοφορίας μέσα από νέα δάνεια και υγιείς χορηγήσεις, που θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν η ανάπτυξη της οικονομίας και η ζήτηση για επενδύσεις τόσο από την πλευρά των επιχειρήσεων όσο και από την πλευρά των νοικοκυριών. Παρά το γεγονός ότι η οικονομία επανέρχεται σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η προοπτική αυτή προσκρούει στην υψηλή φορολογία, που στερεί με τη σειρά της πολύτιμους πόρους από την οικονομία και αποθαρρύνει κάθε επενδυτική διάθεση.

Τα δύο σενάρια για την Τράπεζα Πειραιώς

Η γενικευμένη αναταραχή στις διεθνείς αγορές αποτέλεσε τη θρυαλλίδα για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, που βλέπει πίσω από την απώλεια δισεκατομμυρίων στην κεφαλαιοποίησή του να εξελίσσεται μια αμιγώς χρηματιστηριακή κρίση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο STOXX® Europe 600 Banks έχει χάσει το 20% της αξίας του τον τελευταίο χρόνο, τη στιγμή που οι ετήσιες απώλειες για τον ελληνικό τραπεζικό δείκτη σε μια πιο ρηχή αγορά, φθάνουν το 38,33%. Η περίπτωση της Τράπεζας Πειραιώς που δυσκολεύεται να αντλήσει κεφάλαια 500 εκατ. ευρώ μέσω της έκδοσης ομολόγου Tier II, δεν είναι ένα ελληνικό φαινόμενο μόνο. Ενδεικτικές είναι οι περιπτώσεις της δανικής Van Lanschot Kempen και της αυστριακής Volksbank Wien, οι οποίες και οι δύο ανέστειλαν τις προσπάθειες άντλησης κεφαλαίων μέσω ομολόγων Tier II, ενώ την ίδια τύχη είχαν και οι Bilfinger SE, Ingenico Group SA και My Money Bank, μόλις λίγες εβδομάδες πριν. Ειδικά στην περίπτωση της Πειραιώς που έχει δεσμευθεί έναντι του SSM για την έκδοση ομολόγου 500 εκατ. ευρώ, η εκτίναξη του κόστους άντλησης κεφαλαίων σε διψήφια ποσοστά καθιστά απαγορευτική την πρόσβαση στις αγορές. Το ενδεχόμενο έκδοσης ομολόγου σε αυτό το κόστος, τη στιγμή που ήδη το κόστος εξυπηρέτησης των Cocos (επιτόκιο 8%) ανέρχεται στα 160 εκατ. ευρώ τον χρόνο, αποτελεί τον βασικό αποτρεπτικό παράγοντα, καθώς απειλεί να ροκανίσει κάθε ικμάδα κερδοφορίας της τράπεζας. Ετσι, η λύση της κρατικής ενίσχυσης μέσω της αγοράς του ομολόγου από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας προβάλλει ως το αναγκαίο κακό και θα προκριθεί ως τελευταίο καταφύγιο σε περίπτωση που η έκδοση δεν καλυφθεί από ιδιωτικά κεφάλαια μέσω private placement, επιλογή που προκρίνει όχι μόνο η διοίκηση της τράπεζας, αλλά και η αρμόδια εποπτική αρχή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *