Οι Τράπεζες στο ανάθεμα

Θυμηθείτε την εποχή που πηγαίνατε σε ένα ταμείο για να πληρώσετε μια αγορά σας και βλέπατε εφτά μηχανάκια αποδοχής καρτών (POS) γιατί οι τράπεζες τα δίνανε τζάμπα στις επιχειρήσεις!

Δεν είναι καθόλου εύκολο να υποστηρίξει κάποιος μια θέση σε ένα θέμα, όπου υπάρχει σχεδόν καθολική αντίρρηση. Σαν contrarian που είμαι θα το επιχειρήσω. Στο τέλος του περασμένου χρόνου έγινε μεγάλο θέμα με την πρόθεση των τραπεζών να επιβάλουν ορισμένες χρεώσεις στις υπηρεσίες που παρέχουν. Παρενέβη ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, ο οποίος κάλεσε το Προεδρείο της Ενωσης Ελληνικών Τραπεζών στο Μαξίμου προκειμένου να τους ζητήσει να επανεξετάσουν τις χρεώσεις τους. Επίσης, η Επιτροπή Ανταγωνισμού ανταποκρινόμενη στο «λαϊκό αίσθημα» εισέβαλε στα γραφεία των τραπεζών για να διερευνήσει την πιθανή ύπαρξη καρτέλ. Ακόμα, το θέμα έφτασε πολύ ψηλά στην Ευρωπαϊκή Ενωση, όταν ένας Ευρωβουλευτής του Σύριζα και Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απηύθυνε επιστολή προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για το θέμα. Τέλος, πολλοί καταξιωμένοι δημοσιογράφοι καταδίκασαν τις προθέσεις των τραπεζών. Μάλιστα, ένας αξιόλογος και καλός φίλος δημοσιογράφος διερωτήθηκε «αν μας κυβερνούν οι τράπεζες».

Οι τράπεζες, οι οποίες εδώ και πολλά χρόνια έχουν αποκτήσει ένα (όχι αδικαιολόγητα) ενοχικό σύνδρομο, υποσχέθηκαν ότι θα επανεξετάσουν το θέμα και μείναμε εκεί. Επειδή το θέμα έχει γενικότερο ενδιαφέρον και άπτεται ενός θεμελιώδους ζητήματος, το οποίο εδώ στην Ελλάδα υποβαθμίζουμε, σκοπεύω να σας παρουσιάσω μια άλλη προσέγγιση. Κατ’ αρχήν το θέμα που είτε αγνοούμε είτε υποβαθμίζουμε, είναι το κόστος των υπηρεσιών και η ανταποδοτική χρέωσή των.

Πρέπει όμως πρώτα να σας παρουσιάσω τα διαπιστευτήριά μου. Σαν ένας από τους ιδρυτές της Δέλτα Πληροφορικής, στην οποία διετέλεσα Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος από την ίδρυσή της το 1984 μέχρι την πώλησή της το 2004 στην Αμερικανική εταιρεία First Data, είχα την ευκαιρία να παρέχω σημαντικές υπηρεσίες προς τις τράπεζες και κατά συνέπεια γνωρίζω επακριβώς το πραγματικό κόστος τους. Η Δέλτα Πληροφορική εξυπηρετούσε σχεδόν όλες τις τράπεζες που δραστηριοποιήθηκαν στην Ελλάδα στο διάστημα 1984-2004. Η πλήρης επεξεργασία των χρεωστικών και πιστωτικών καρτών των τραπεζών Alpha Bank, Eurobank, Πειραιώς, Citi, HSBC, Τράπεζας Αττικής, Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και πολλών άλλων στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Dubai, Σαουδική Αραβία, Ρουμανία, Κύπρο κ.α.), ήταν η κύρια δραστηριότητα της Εταιρείας. Σημαντικές επίσης υπηρεσίες παρείχαμε στις τράπεζες στη διαχείριση των δικτύων ΑΤΜ και POS που διέθεταν. Είναι ευνόητο ότι για όλες αυτές τις υπηρεσίες χρεώναμε τις τράπεζες ανά συναλλαγή και κατά συνέπεια γνωρίζω επακριβώς το κόστος τους για τις τράπεζες.

Πάμε τώρα στο θέμα. Θα ξεκινήσω από την απάντηση του Αντρέα Ενρία, ο οποίος είναι ο επικεφαλής του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού της ΕΚΤ, προς τον Ευρωβουλευτή του Σύριζα:

«…Η ΕΚΤ έχει ενημερωθεί για τις νέες προμήθειες που αναφέρετε στην επιστολή σας, συμπεριλαμβανομένων των χρεώσεων για ορισμένες συναλλαγές καθώς και για εκτυπώσεις εντύπων κίνησης λογαριασμού σε ΑΤΜ και άλλες χρεώσεις σε σχέση με τη χρήση καρτών. Αυτές οι πληροφορίες έχουν σημασία για την ανάλυση της βιωσιμότητας και της διατηρησιμότητας των επιχειρηματικών μοντέλων των εν λόγω τραπεζών.

Το β΄ τρίμηνο του 2019 η συνεισφορά των προμηθειών και των χρεώσεων στα λειτουργικά έσοδα των ελληνικών τραπεζών υπό την εποπτεία της ΕΚΤ ήταν μικρότερη από το μισό της αντίστοιχης συνεισφοράς σε τράπεζες άλλων χωρών οι οποίες εφαρμόζουν παρόμοια επιχειρηματικά μοντέλα (περίπου 16% έναντι 33%, μετρούμενη σε κυλιόμενη βάση τεσσάρων τριμήνων)…».

Περιέργως αυτή η επιστολή – απάντηση δεν έτυχε ευρείας δημοσιότητας γιατί πάει κόντρα στο «λαϊκό αίσθημα». Ποιο είναι το κρίσιμο σημείο της επιστολής; Οτι οι σημερινές προμήθειες των Ελληνικών τραπεζών είναι πολύ χαμηλότερες από τον μέσο όρο των Ευρωπαϊκών τραπεζών: Συνεισφορά στα έσοδα 16% αντί 33%. Είναι αμέσως φανερό ότι η αύξηση των προμηθειών των τραπεζών ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Ξέρετε όμως γιατί διαμαρτυρόμαστε; Γιατί στην Ελλάδα δεν έχουμε μάθει να πληρώνουμε για παρεχόμενες υπηρεσίες.

Ελάτε να δούμε ένα παράδειγμα. Αν πληρώνεις τον λογαριασμό της ΔΕΗ μέσω τράπεζας, η τράπεζα σε χρεώνει 30-50 λεπτά. Στο κάτω κάτω δεν έχει καμία υποχρέωση προς τους πελάτες της ΔΕΗ. Αν θελήσεις να τον πληρώσεις, χωρίς επιβάρυνση, σε κατάστημα της ΔΕΗ, θα ταλαιπωρηθείς. Στο κέντρο, στην Αθήνα υπάρχει μόνο ένα, στην Αριστείδου 3.

Μια μέρα που έπρεπε να πάω αυτοπροσώπως για να πάρω κάποια επιστροφή, το χαρτάκι που πήρα έγραφε Νο. 293 και τα ταμεία εξυπηρετούσαν το Νο. 217 και 218. Φυσικά έφυγα γιατί θα έπρεπε να περιμένω τουλάχιστον 2 ώρες για να εξυπηρετηθώ. Σε κάποια τράπεζα της Κύπρου, η πληρωμή λογαριασμών κοινής ωφελείας στο γκισέ ή ηλεκτρονικά (μέσω της JCC – Joint Computer Center) χρεώνεται 5 ευρώ!

Πάμε και στην επανέκδοση του ΡΙΝ που οι τράπεζες θέλησαν να χρεώνουν προς 3 ευρώ και ξεσηκώθηκαν οι πέτρες! Ολοι νομίζουν ότι η επανέκδοση ενός ΡΙΝ είναι απλή εκτυπωτική διαδικασία. Τεράστια πλάνη. Η παραγωγή και εκτύπωση (σε ειδικό έντυπο) του ΡΙΝ είναι εξαιρετικά πολύπλοκη και δαπανηρή διαδικασία. Απαιτεί ειδικό χώρο με εξαιρετικά προηγμένες προδιαγραφές ασφαλείας. Καθ’ όλη τη διαδικασία κανένας, μα κανένας, δεν μπορεί να δει το PIN. Φανταστείτε πόσο δύσκολη είναι αυτή η διαδικασία! Η συσκευή που παράγει το PIN (HSM – Host Security Module) είναι πανάκριβη και αυτοκαταστρέφεται αν κάποιος προσπαθήσει να την παραβιάσει. Ακόμα και η μεταφορά του εντύπου από τον τόπο παραγωγής του μέχρι τον τόπο παράδοσής του γίνεται κάτω από ειδικές συνθήκες ασφαλείας. Ολα τα παραπάνω και άλλα πολλά κοστίζουν. Γιατί, λοιπόν, να μην επιβαρυνθεί αυτός που για οποιονδήποτε λόγο ζήτησε την επανέκδοση; Αν το κόστος δεν καταλογιστεί σε αυτόν που ζητά μια υπηρεσία, θα καταλογιστεί τελικά σε όλους τους πελάτες της τράπεζας. Πόσο δίκαιο είναι αυτό; Καθόλου. Στο κάτω κάτω πόσοι και πόσες φορές θα ζητήσουν επανέκδοση του ΡΙΝ, ώστε να δικαιολογείται η φασαρία που έγινε; Ελάχιστοι.

Ξέρετε όμως γιατί διαμαρτυρόμαστε; Διότι, για κάποιο περίεργο λόγο, στην Ελλάδα δεν έχουμε μάθει να πληρώνουμε για τις υπηρεσίες που μας παρέχονται. Με απλά λόγια, η Αρχή της Ανταποδοτικότητας λέει ότι αν αυτός που απολαμβάνει μια υπηρεσία δεν την πληρώνει, την πληρώνουν άλλοι που μπορεί να μην έχουν καμία σχέση με την υπηρεσία.

Ποιες είναι οι επιπτώσεις από τη στρέβλωση αυτή; Οι τράπεζες για να ανταποκριθούν στις αυξημένες επενδύσεις που απαιτούνται για την ψηφιακή εποχή και εφόσον δεν μπορούν να αυξήσουν τα έσοδά τους από προμήθειες ή άλλες δραστηριότητες, είναι υποχρεωμένες να αυξήσουν τα περιθώρια μεταξύ των επιτοκίων δανεισμού και των επιτοκίων καταθέσεων. Αυτό είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε μια χώρα που υποτίθεται βγαίνει από την κρίση. Ακριβός δανεισμός σημαίνει μικρότερη ή καθόλου ανάπτυξη. Ενας μεγάλος τραπεζίτης, ο Γιάννης Κωστόπουλος (ο οποίος πριν από δεκαετίες είχε προβλέψει ότι στην Ελλάδα χωρούν δυόμισι τράπεζες), πάντα μας έλεγε ότι «τα χαμηλά επιτόκια ευνοούν τους πάντες, ακόμα και τις ίδιες τις τράπεζες». Τα επιτόκια δανεισμού θα χαμηλώσουν όταν οι τράπεζες θα χρεώνουν ανταποδοτικά όλες τις παρεχόμενες υπηρεσίες.

Δυστυχώς και οι ίδιες οι τράπεζες έχουν καλλιεργήσει αυτή τη στρέβλωση. Θυμηθείτε την εποχή που πηγαίνατε σε ένα ταμείο για να πληρώσετε μια αγορά σας και βλέπατε εφτά μηχανάκια αποδοχής καρτών (POS) γιατί οι τράπεζες τα δίνανε τζάμπα στις επιχειρήσεις! Μάταια από τότε –το μακρινό 1988– προσπαθούσα να τους πείσω ότι αυτό δεν γίνεται σε καμία χώρα του κόσμου και ότι σε ένα κατάστημα το πολύ να είχαν δύο μηχανάκια, για τα οποία μάλιστα οι επιχειρήσεις πλήρωναν μηνιαίο ενοίκιο. Πρώτα πρώτα κάτι που δίνεται δωρεάν, αυτόματα θεωρείται ότι δεν έχει αξία. Ετσι χάθηκαν εκατομμύρια ευρώ.

Εδώ και καιρό οι τράπεζες έπρεπε να χρεώνουν ΟΛΕΣ τις υπηρεσίες τους. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: Το 2000 όταν επισκέφθηκα τη Nordea Bank, τη μεγαλύτερη τράπεζα στις Σκανδιναβικές χώρες, η κάθε συναλλαγή στο γκισέ της τράπεζας χρεωνόταν προς 4 ευρώ! Στον προθάλαμο του καταστήματος ήταν εγκατεστημένοι προσωπικοί υπολογιστές για την αυτοεξυπηρέτηση (self service) των πελατών. Στην περίπτωση αυτή, η συναλλαγή χρεωνόταν προς 2 ευρώ.

Δυστυχώς, όπως συμβαίνει και σε πολλά άλλα θέματα, στην Ελλάδα ακόμα δεν έχουμε καταλάβει ότι τα επιχειρηματικά μοντέλα έχουν αλλάξει και πρέπει να προσαρμοστούμε σε αυτά, αν θέλουμε να επιβιώσουμε σαν Ευρωπαϊκή χώρα.

ΥΓ. Μια χώρα μπορεί να επιβιώσει για μήνες χωρίς κυβέρνηση αλλά δεν μπορεί να επιβιώσει ούτε μήνα χωρίς τράπεζες!

* Ο κ. Ανδρέας Δρυμιώτης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.

Κυριακή Κανονίδου

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *