Η υγειονομική κρίση που προκάλεσε η COVID-19 είναι αναμφίβολα μία από τις χειρότερες του τελευταίου αιώνα και, δυστυχώς, ακόμη εν εξελίξει. Εξίσου απότομος και ισχυρός είναι ο οικονομικός της αντίκτυπος. Ολα τα μέχρι τώρα δεδομένα δείχνουν ότι η οικονομική κρίση είναι βαθύτερη και η εξέλιξή της πολύ πιο γρήγορη από οποιαδήποτε προηγούμενη. Ενώ σε προηγούμενες κρίσεις χρειάστηκαν τρίμηνα, τώρα σε εβδομάδες είχαμε ρεκόρ μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας και αύξησης της ανεργίας.

Η κρίση  συνδέεται με την κλιματική κρίση και στα δύο σκέλη της. Οσον αφορά το υγειονομικό σκέλος, σειρά επιστημονικών μελετών δείχνουν ότι η κλιματική αλλαγή σε συνδυασμό με άλλες περιβαλλοντικές διαταραχές θα διευκολύνουν την ανάπτυξη περισσότερων, εντελώς νέων, λοιμωδών στελεχών όπως της COVID-19. Επίσης, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει πως τα μοντέλα μετάδοσης λοιμωδών νοσημάτων θα μεταβληθούν ως συνέπεια της κλιματικής αλλαγής.

Οσον αφορά το οικονομικό σκέλος, παρά το μέγεθός της η παρούσα κρίση θα φαντάζει σχετικά μικρή στο μέλλον εάν αφεθεί να εξελιχθεί η κλιματική κρίση. Πολλές μελέτες την τελευταία εικοσαετία έχουν αναδείξει τα δυνητικά οικονομικά κόστη της κλιματικής αλλαγής, τα οποία προς το παρόν δεν εξελίσσονται ραγδαία και είναι διάσπαρτα στον πλανήτη, αλλά σωρευτικά είναι ήδη τεράστια. Ενδεικτικό είναι ότι την τελευταία δεκαετία ακόμη και οι κεντρικές τράπεζες αναγνωρίζουν τον συστημικό κίνδυνο της κλιματικής αλλαγής στην παγκόσμια οικονομία.

Επομένως, είναι απαραίτητη η ανάληψη άμεσων δράσεων για τη μετάβαση σε μια οικονομία μηδενικού άνθρακα ώστε να περιοριστούν τα κόστη και οι ζημίες σε περιβαλλοντικό, υγειονομικό και οικονομικό επίπεδο. Σε ό,τι ακολουθεί στοιχειοθετούμε αυτή την πρόταση και την εξειδικεύουμε στην περίπτωση της χώρας μας.

Οι πρόσφατες ενέσεις ρευστότητας που παρείχαν οι κυβερνήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο είναι χωρίς προηγούμενο. Στις ΗΠΑ, μεταξύ Μαΐου και Απριλίου, εγκρίθηκαν τρία πακέτα παρεμβάσεων ύψους 2,8 τρισ. δολ., ενώ παράλληλα η Ομοσπονδιακή Τράπεζα παρείχε ρευστότητα τρισεκατομμυρίων. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση οι χώρες μεμονωμένα προχώρησαν σε παρεμβάσεις, όπως για παράδειγμα της Γερμανίας που ξεπερνά ήδη τα 800 δισ. ευρώ.  Επίσης η διαπραγμάτευση στη Σύνοδο Κορυφής κατέληξε πριν από λίγες ημέρες σε συμφωνία ενός πακέτου 1,82 τρισ. ευρώ που περιλαμβάνει τη δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης ύψους 750 δισ. και τον προϋπολογισμό των επόμενων επτά ετών ύψους 1,07 τρισ. Τα ποσά του Ταμείου Ανάκαμψης, εκ των οποίων η χώρα μας θα λάβει 70 δισ., προστίθενται στις παρεμβάσεις της ΕΚΤ η οποία μέσα στο 2020 θα αγοράσει κυρίως ομόλογα –που θα περιλαμβάνουν για πρώτη φορά και τα ελληνικά– ύψους περίπου 800 δισ.

Το ύψος των παρεμβάσεων και το ευρύτατο πλαίσιο χρηματοδοτικών εργαλείων παρέχουν τη δυνατότητα να σηματοδοτηθεί η στροφή προς μια οικονομική ανάπτυξη χαμηλού άνθρακα ώστε να αντιμετωπιστεί η απειλή της κλιματικής αλλαγής. Δεν πρέπει να χαθεί αυτή η τεράστια ευκαιρία να περιοριστούν οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και να δημιουργηθεί μια στέρεη βάση για την ολική μεταστροφή σε ένα βιώσιμο αναπτυξιακό υπόδειγμα.

Η Ευρώπη οφείλει να αναλάβει την ηγεσία αυτής της προσπάθειας, με όλα τα ρίσκα αλλά και τα οικονομικά οφέλη που θα αποφέρει. Δεν μπορεί αυτό το σημαντικό πακέτο παρεμβάσεων να είναι κλιματικά ουδέτερο, όπως τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μετά την κρίση του 2008.

Οπως έχουν δείξει μελέτες, η υποτιθέμενη ουδετερότητα των προγραμμάτων της ΕΚΤ οδήγησε, ακούσια, σε αναλογικά πολύ μεγαλύτερη βοήθεια σε κλάδους υψηλής περιεκτικότητας σε άνθρακα, όπως για παράδειγμα, δάνεια σε κατασκευαστές αυτοκινήτων συμβατικών τεχνολογιών. Οσον αφορά τις απαραίτητες επενδύσεις για τη μετάβαση σε χαμηλού άνθρακα οικονομία, ένα κατώτατο όριο προσφέρουν οι εκτιμήσεις των επενδύσεων σε υποδομές που είναι απαραίτητες για να επιτευχθεί ο στόχος της διατήρησης του ανώτατου ορίου αύξησης της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη στους 2° C. Οι εκτιμήσεις αυτές κυμαίνονται μεταξύ 0,27 και 1 τρισ. δολ. ετησίως για τα επόμενα 15 χρόνια.

Δυστυχώς έως τώρα οι επενδύσεις σε δραστηριότητες χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα δεν προχωρούν με την απαραίτητη ταχύτητα. Αυτό γιατί ενώ δημιουργούν μεγάλα κοινωνικά οφέλη, έχουν χαμηλές αποδόσεις, δημιουργούν υψηλότερους κινδύνους και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από κυβερνητικές παρεμβάσεις.

Παρά τις εντεινόμενες ιδιωτικές πρωτοβουλίες των τελευταίων ετών, είναι σαφές ότι δεν μπορούν να καλύψουν τις άμεσες ανάγκες. Τα πολύ υποσχόμενα «πράσινα ομόλογα» που υποστηρίζουν γενικά περιβαλλοντικές επενδύσεις, κατέγραψαν το 2019 την καλύτερη έως τώρα επίδοση συγκεντρώνοντας γύρω στα 210 δισ. δολ., πολύ χαμηλότερα από το  όριο του ενός τρισεκατομμυρίου.

Επομένως οι κρατικές παρεμβάσεις τόσο δημοσιονομικού όσο και νομισματικού χαρακτήρα είναι απαραίτητες για να υποστηριχθούν τα πρώτα σημαντικά βήματα της μετάβασης και να μειώσουν τον κίνδυνο των ιδιωτικών «πράσινων» επενδύσεων. Μεταξύ των προφανών πρώτων βημάτων θα πρέπει να είναι η απόσυρση της χρηματοδότησης και επιδότησης δραστηριοτήτων υψηλού άνθρακα, όπως σε ορυκτά καύσιμα. 

Η παραπάνω συζήτηση κάνει προφανή την σύνδεση μεταξύ των πρόσφατων προγραμμάτων σταθεροποίησης και των αναγκαίων επενδύσεων σε υποδομές και δραστηριότητες χαμηλού άνθρακα. Θα πρέπει να συνυπολογιστεί ότι οι επενδύσεις αυτές προσφέρουν την μεγαλύτερη οικονομική απόδοση μακροχρόνια, δηλαδή τα υψηλότερα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα καθώς αυξάνουν τόσο την οικονομική δραστηριότητα όσο και την απασχόληση.

Ιδιαίτερα στην περίπτωση της Ελλάδας, η οποία δεν είναι δεσμευμένη σε υψηλού άνθρακα επενδύσεις καθώς δεν έχει αναπτύξει βαριά βιομηχανία, η ευκαιρία για να χαραχθεί μια μακρόχρονη, «πράσινη» αναπτυξιακή προοπτική είναι μοναδική. Επιπλέον η χώρα μας έχει αναξιοποίητη δυναμική καθώς προέρχεται από την παρατεταμένη κρίση της προηγούμενης δεκαετίας και θα έχει στη διάθεσή της τη σημαντική βοήθεια από το Ταμείο Ανάκαμψης και την ΕΚΤ. Αυτοί οι πόροι είναι ικανοί να χρηματοδοτήσουν μια οικονομική ανάπτυξη με «πράσινο» πρόσημο. Πέρα από την ενεργειακή αναβάθμιση και τη στροφή σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που περιλαμβάνονται στους 15 άξονες αναπτυξιακής πολιτικής οι οποίοι παρουσιάστηκαν πρόσφατα, πιστεύουμε ότι ως αρχή η δίκαιη μετάβαση θα πρέπει να διατρέχει όλους τους αναπτυξιακούς στόχους ώστε να δοθεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα για την αναπτυξιακή κατεύθυνση της χώρας.

Ακολουθούν μερικά ενδεικτικά παραδείγματα συγκεκριμένων δράσεων που περιλαμβάνουν και παρεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης: Βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης στη βιομηχανία και παρεμβάσεις ενεργειακής απόδοσης στο σύνολο του κτιριακού αποθέματος. Εγκατάσταση έξυπνων συστημάτων διαχείρισης ενέργειας, ιδιαίτερα σε εμπορικές ιδιοκτησίες.  Επενδύσεις σε αποθήκευση ενέργειας. Αλλαγή όλων των δημόσιων στοιχείων φωτισμού με LED. Δημιουργία δικτύων φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων (EV). Βελτίωση του σιδηροδρομικού δικτύου και αστικών συγκοινωνιών (με ηλεκτρικά  λεωφορεία). Διεύρυνση των ποδηλατοδρόμων και διευκόλυνση της χρήσης ποδηλάτων. Φορολογικά και άλλα κίνητρα στήριξης επιχειρήσεων και εργαζομένων στην επιδιόρθωση και επαναχρησιμοποίηση αγαθών. Αμεση ενίσχυση του δικτύου προστατευόμενων περιοχών Natura 2000, με τρόπο ώστε να αποτελέσουν πόλο έλξης και ανάπτυξης ποιοτικού και βιώσιμου τουρισμού ενισχύοντας παράλληλα την ανθεκτικότητα οικονομίας και τοπικής κοινωνίας, κ.ά.

* Καθηγητής Οικονομικών του Περιβάλλοντος, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
** Διευθυντής Ελληνικού Γραφείου της Greenpeace.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *