Η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και το status quο

«Αι εθνικαί επιτυχίαι δύνανται να επέλθουν μόνον ως συνέπεια σοβαράς και μεθοδικής εθνικής εργασίας, βαινούσης επί ωρισμένου προγράμματος, χαράττοντος εν ταις γενικαίς γραμμαίς τα μέσα και τον τρόπον διά των οποίων μέλλει να επιδιωχθεί η επιτυχία ωρισμένου αποτελέσματος» («Κήρυξ» 4ης Μαΐου 1908).

Με αφετηριακό γνώμονα την ανωτέρω διαπίστωση του Ελευθέριου Βενιζέλου και επειδή ο δογματισμός είναι το μείζον πρόβλημα στις πολιτικές και δημόσιες συζητήσεις, θα επιχειρήσουμε μια αξιολογικά ουδέτερη περιγραφή της συγκαιρινής διπλωματικής στρατηγικής που καλείται να διαμορφώσει- εφαρμόσει η Αθήνα για την άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων στο Αιγαίο. Λαμβάνοντας υπόψη τις προϋποτιθέμενες συνθήκες (ισορροπία διαπραγματευτικής ισχύος και αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών) για την άσκηση μιας επιτυχούς διπλωματικής στρατηγικής και με δεδομένη την αναθεωρητική πολιτικοστρατηγική συμπεριφορά της Αγκυρας (δόγμα «Γαλάζιας Πατρίδας») για την αλλαγή του εδαφικού καθεστώτος της Συνθήκης της Λωζάννης, δημιουργείται ένα κακό προηγούμενο για οποιαδήποτε διπλωματική προσέγγιση. Στο περιβάλλον αυτό και στον βαθμό που «μια επιτυχημένη εξωτερική πολιτική πρέπει να ταλαντεύεται μεταξύ δύο εμφανώς αντίθετων πόλων, του πόλου της βίας και του πόλου του κατευνασμού», η ελληνική διπλωματία καλείται να αντιπαρέλθει την εξαναγκαστική διπλωματία της Αγκυρας, προσφεύγοντας στις επιταγές του Διεθνούς Δικαίου και προασπίζοντας τα κυριαρχικά της δικαιώματα.

Αναφορικά με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ) τα δικαιώματα ενός παράκτιου κράτους επί της πρώτης υφίστανται «ab initio (εξ υπαρχής) και ipso facto (αυτοδικαίως)», ενώ τα κυριαρχικά του δικαιώματα στην ΑΟΖ αποκτώνται με ρητή διακήρυξη και αναγνώριση.

Ως προς τον τρόπο οριοθέτησής τους, η  Σύμβαση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας (1982) προκρίνει την κατ’ αρχήν συμφωνία μεταξύ των αντικείμενων ή παρακείμενων κρατών, μέσα από μία πολιτική διαπραγμάτευση που δύναται να οδηγήσει σε δικαστική διευθέτηση –με γνώμονα τις βασικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας (ΔΔΘ) και τη διεθνή νομολογία– εάν δεν καταστεί δυνατή η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών.

Υπό αυτό το πρίσμα, το καθεστώς των οριοθετήσεων στην ελληνική περίπτωση καλείται να συμπεριλάβει την τριπλή οριοθέτηση της ηπειρωτικής – νησιωτικής υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Σύμφωνα με το άρθρο 121 του ΔΔΘ, αλλά και τη διεθνή νομολογία όλα τα νησιά, νησίδες και βραχονησίδες που μπορούν να συντηρήσουν «ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή» δικαιούνται όλες τις θαλάσσιες ζώνες σε πλήρες εύρος.

Τουναντίον, η Τουρκία αντιτίθεται στις προβλέψεις του ΔΔΘ, διατεινόμενη ότι τα νησιά δεν δικαιούνται  υφαλοκρηπίδα-ΑΟΖ, λόγω των ειδικών περιστάσεων (γεωγραφική εγγύτητα με τις τουρκικές ηπειρωτικές ακτές) που χρήζουν εφαρμογής της αρχής της ευθυδικίας, με αποτέλεσμα  να τίθεται επί τάπητος ο νεολογισμός περί επήρειας των νησιών. Στο σημείο αυτό, οι συζητήσεις για περιορισμένη ή και καθόλου επήρεια έρχονται στο προσκήνιο με αφορμή και την ελληνοϊταλική συμφωνία για την οριοθέτηση της ΑΟΖ στο Ιόνιο.

Ειδικότερα, αναφερόμαστε στο κριτήριο της αναλογικότητας που εδράζεται στη «συνεκτίμηση της έκτασης των ακτών και των αντίστοιχων κρατών στην προς οριοθέτηση περιοχή» χωρίς «αυτό [να] […] σημαίνει ότι οι αντίστοιχες θαλάσσιες περιοχές θα πρέπει να είναι ανάλογες με το μήκος των ακτών». (Κρατερού-Στρατή, «Δίκαιο Θάλασσας», σ. 306-7). Ως εκ τούτου, η ελληνική περίπτωση, όπως και κάθε άλλη, καθίσταται μοναδική (unicum), ενώ η αξίωση για αναγνώριση-κατοχύρωση όλων των θαλασσίων ζωνών στο σύνολο των νησιών του Αιγαίου δεν είναι μαξιμαλιστική. Τουναντίον και επειδή το Καστελλόριζο συναποτελεί μαζί με ένα σύμπλεγμα νησίδων-βραχονησίδων τον Δήμο Μεγίστης, που ανήκει στα Δωδεκάνησα, όπως συνομολογεί η ιστορική μαρτυρία, η επιζήτηση της εφαρμογής των κυριαρχικών δικαιωμάτων των νησιών, νησίδων και βραχονησίδων στις θαλάσσιες ζώνες του Αιγαίου, σύμφωνα με το ΔΔΘ, αποτελεί την πλέον αξιόπιστη πολιτική για την προάσπιση του εδαφικού καθεστώτος.

Στο σημείο αυτό οφείλουμε να συνυπολογίσουμε και τους αναφυομένους περιορισμούς μιας μονομερούς οριοθέτησης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ, η οποία δεν προβλέπεται  σύμφωνα με το ΔΔΘ, εφόσον βρίσκονται αντικείμενα και παρακείμενα κράτη. Τοιουτοτρόπως μια ενδεχόμενη προσφυγή στο ΔΔΧ δεν καθίσταται εφικτή, στον βαθμό που η Τουρκία «δεν έχει αποδεχθεί τη ρήτρα  υποχρεωτικής δικαιοδοσίας του ΔΔΧ».

Παρά ταύτα και δεδομένης της παρούσας συγκυρίας, η Ελλάδα καλείται να αξιοποιήσει το συγκριτικό πλεονέκτημα που της προσφέρει το γεωμορφολογικό πλαίσιο του Αιγαίου πελάγους, δημιουργώντας μια ειδική συνθήκη, την αρχιπελαγική του δομή. Εν ολίγοις, σε οποιαδήποτε περίπτωση οριοθέτησης της ηπειρωτικής και νησιωτικής υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, καθίσταται αναγκαίο για την ελληνική διπλωματία  να αξιοποιήσει την ειδική πρόνοια της μη «διάσπασης» του ενιαίου της αρχιπελαγικής της δομής, χαράζοντας «ευθείες αρχιπελαγικές γραμμές βάσης που να ενώνουν τα ακρότατα σημεία των πλέον απομακρυσμένων νήσων και σκοπέλων του αρχιπελάγους, υπό τον όρο ότι το ίχνος αυτών των γραμμών βάσης περιλαμβάνει τις κύριες νήσους […]» (Αρθρο 47, παρ. 1 του ΔΔΘ).

* Επίκουρος καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων και Διπλωματίας. Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστημίου Πειραιώς.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *