Η κρίση στο Καστελλόριζο ήταν μια προβλέψιμη εξέλιξη, αφού η Τουρκία είχε προαναγγείλει τις προθέσεις της. Είναι αναμενόμενο να αναρωτιέται κανείς τι πραγματικά ανάγκασε τη γειτονική χώρα να προβεί σε μια τέτοια αναδίπλωση. Η ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεων σίγουρα έπαιξε σημαντικό ρόλο στην τουρκική απόφαση. Επίσης, οι στρατιωτικές επεμβάσεις της Αγκυρας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή καθιστούν απαγορευτική τη λήψη αποφάσεων μεγάλου ρίσκου στο Αιγαίο.

Οι τουρκικές αντιδράσεις για την υπογραφή της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας για την οριοθέτηση της ΑΟΖ καταδεικνύουν τη δυσκολία του εγχειρήματος του διμερούς διαλόγου. Παρά τις μικρές της αδυναμίες, η συμφωνία Αθήνας – Καΐρου συνιστά μια έμπρακτη αμφισβήτηση του ιδεολογήματος της «Γαλάζιας Πατρίδας». Σε μια εποχή που οι χειρισμοί του καθεστώτος Ερντογάν αμφισβητούνται από την αντιπολίτευση, η Τουρκία δεν μπορεί να φανεί αδύναμη ή κατώτερη των εθνικιστικών προσδοκιών. Ο πρόεδρος Ερντογάν θα αντιδράσει στη μερική οριοθέτηση της ΑΟΖ των δύο χωρών, τόσο για λόγους γοήτρου όσο και για λόγους πολιτικής επιβίωσης. H επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών είναι σχεδόν αδύνατη στην παρούσα χρονική συγκυρία, για τρεις λόγους:

Πρώτον, η Αγκυρα έχει θέσει με επιθετικό τρόπο ορισμένα ζητήματα που άπτονται της εθνικής κυριαρχίας (π.χ. καθεστώς ελληνικών νησιών) και της εθνικής ασφάλειας (π.χ. αποστρατιωτικοποίηση νήσων). Τέτοιου είδους διεκδικήσεις υπονομεύουν την προοπτική εξομάλυνσης των διμερών σχέσεων, αφού δημιουργούν δομική ανασφάλεια στην ελληνική πλευρά.

Δεύτερον, η τουρκική ηγεσία δεν διαθέτει αρκετό πολιτικό κεφάλαιο στο εσωτερικό της χώρας για να προβεί σε υποχωρήσεις που θα αποκλίνουν από τις εθνικές θέσεις. Η οικονομική κρίση, η πόλωση στο πολιτικό σύστημα και η μείωση της δημοτικότητας του κυβερνώντος κόμματος δεν ευνοούν θεαματικές αλλαγές στην τουρκική εξωτερική πολιτική έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου.

Τρίτον, η Τουρκία δεν αντιμετωπίζει τις ελληνοτουρκικές διαφορές ως ένα μεμονωμένο ζήτημα, αποκομμένο από τους γενικότερους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της. Η συνδιαχείριση του Αιγαίου και ο έλεγχος θαλάσσιων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη μετεξέλιξη της Τουρκίας σε περιφερειακή δύναμη. Με άλλα λόγια, η Αγκυρα δεν προβλέπεται σύντομα να αλλάξει συμπεριφορά.

Εχοντας σημειώσει σημαντικές επιτυχίες στον Εβρο και στο Καστελλόριζο, η Αθήνα δεν έχει κανένα σοβαρό λόγο να βιάζεται. Παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, ο χρόνος τώρα κυλάει υπέρ μας. Η τουρκική επέμβαση στη Λιβύη αντιμετωπίζεται πλέον από αρκετές αραβικές ηγεσίες ως ιμπεριαλιστική και νεοαποικιακή, η τουρκική αλαζονεία τροφοδοτεί τον αραβικό εθνικισμό. Με τη στρατιωτική της εμπλοκή στη Συρία, η Τουρκία έγινε κομμάτι του προβλήματος και όχι της λύσης. Ο τουρκικός αναθεωρητισμός δημιουργεί αντίρροπες δυνάμεις στο περιφερειακό σύστημα ασφαλείας. Πολλές χώρες (π.χ. Γαλλία, Ισραήλ, Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ) δεν ασκούν απλώς κριτική, αλλά στρέφονται ανοικτά εναντίον της Τουρκίας. Μέρα με τη μέρα, η ερντογανική Τουρκία γίνεται ο «μεγάλος ασθενής» της Μεσογείου.

Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι η τουρκική ηγεσία έχει ενισχύσει τα διπλωματικά της ερείσματα στην Ουάσιγκτον και στη Μόσχα. Μέσω προσωπικής διπλωματίας και προσωπικών αυτοσχεδιασμών, ο πρόεδρος Ερντογάν κατόρθωσε να οικοδομήσει μια στενή σχέση με την αμερικανική εκτελεστική εξουσία. Είναι μια παράτολμη τακτική που έχει ημερομηνία λήξης. Ταυτόχρονα, εκμεταλλευόμενη τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων και τα ελληνικά λάθη, η Αγκυρα έχει προσεταιριστεί το Κρεμλίνο που τρέφει μεγάλες γεωπολιτικές φιλοδοξίες. Εδώ βρίσκεται και το κλειδί για την κατανόηση της σημερινής κατάστασης.

Η έξαρση της τουρκικής επιθετικότητας συνδέεται άρρηκτα με τη σύσφιγξη των σχέσεων ανάμεσα στη Μόσχα και στην Αγκυρα. Μετά το πραξικόπημα του 2016, το καθεστώς Ερντογάν έχει αρχίσει να υιοθετεί μια ευρωασιατική προσέγγιση (Ulusalci στα τουρκικά) στην εξωτερική πολιτική. Θιασώτες του ευρωασιατισμού, όπως ο Erol Manisali και ο Dogu Perinçek, υποστηρίζουν την αυτονόμηση της Τουρκίας από τη Δύση και την ένταξή της στο αντιδυτικό στρατόπεδο. Η σύμπλευση ρωσικών και τουρκικών συμφερόντων, όπως φάνηκε και στην περίπτωση της Αγίας Σοφίας, δίνει στην Αγκυρα μεγάλα περιθώρια ελιγμών. Είναι ένας παράγων που η ελληνική διπλωματία δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοεί για πολύ καιρό ακόμα.

Η κρίση με την Τουρκία δεν τελείωσε στον Εβρο και στο Καστελλόριζο. Στην πραγματικότητα μόλις ξεκίνησε. Τα μέχρι τώρα διδάγματα επιβεβαιώνουν την άποψη ότι η ανάσχεση της τουρκικής επιθετικότητας πρέπει να βασίζεται στην ισχυρή αποτροπή και στην πολυδιάστατη διπλωματία. Δεν φτάνει όμως αυτό. Είναι επιτακτική ανάγκη να κάνουμε γνωστό, συστηματικά, προς φίλους και συμμάχους, ένα νέο εθνικό αφήγημα για την αντιπαράθεσή μας με την Τουρκία. Η Ελλάδα της υποχωρητικότητας και της παθητικότητας δεν υπάρχει πια. Η Ελλάδα της αυτοπεποίθησης και της ισχύος είναι εδώ.

* Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Αμυντικών Σπουδών του King’s College London και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *