46 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1974, ενώ είχε ήδη επιτραπεί η επαναλειτουργία των πολιτικών κομμάτων και είχε δρομολογηθεί η ταχεία διενέργεια εκλογών, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής ανακοίνωσε την ίδρυση νέου πολιτικού κόμματος. Η Νέα Δημοκρατία θα αποτελέσει τον κύριο πολιτικό σχηματισμό της φιλελεύθερης Κεντροδεξιάς στις επόμενες δεκαετίες έως και τις ημέρες μας.

Βέβαια, η οριστική μορφή της ελληνικής Κεντροδεξιάς είχε διαμορφωθεί με την προγενέστερη Εθνική Ριζοσπαστική Ενωση (ΕΡΕ) του 1956: η ΕΡΕ ήταν ένα συμπαγές κόμμα (και όχι μια χαλαρή ένωση τάσεων και προσωπικοτήτων όπως ο Ελληνικός Συναγερμός του Αλ. Παπάγου), ικανό να επιβιώσει των προσπαθειών των αντιπάλων του να το διασπάσουν (1958), ακόμη και της αλλαγής ηγεσίας το 1963· εξέφραζε μια σαφή ιδεολογική τάση, την ανάγκη για προσαρμογή στις μεθοδολογίες της σύγχρονης δυτικής διακυβέρνησης και ιδίως το παρεμβατικό κράτος· και η ηγετική ομάδα της ΕΡΕ ήταν περίπου η ίδια με της Νέας Δημοκρατίας. Με αυτή την οπτική, η ίδρυση του νέου κόμματος το 1974 δεν αντανακλούσε κάποια άμεση «ανάγκη» για μια μεγάλη αλλαγή στις πολιτικές μεθοδολογίες της ελληνικής Δεξιάς, της οποίας το κεντρικό επιτελείο και οι βασικοί στόχοι (ανάπτυξη, δημοκρατία, Ευρώπη και οργανική ένταξη στον δυτικό κόσμο) παρέμεναν ίδιοι. Από την άλλη πλευρά, το 1974 ο Καραμανλής χρειάστηκε για άλλους λόγους να ιδρύσει ένα νέο κόμμα: αρχηγός της ΕΡΕ ήταν ένας άλλος πολιτικός, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος· η ΕΡΕ δεν ήταν πλέον το «δικό του» κόμμα. Και η αίσθηση της «νέας αρχής» πράγματι δινόταν με τη δημιουργία ενός νέου οργανισμού, αν μη τι άλλο επειδή, μετά την εμπειρία της χούντας, είχαν πλέον εκλείψει ορισμένα από τα βασικά «βαρίδια» και νοοτροπίες της μετεμφυλιακής εποχής, που είχαν αποτελέσει προσκόμματα στην ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων το 1955-63. Ωστόσο, μεταξύ της ΕΡΕ και της Ν.Δ. ήταν πιο έντονες οι συνέχειες –σε ιδεολογία, μεθοδολογία και πρόσωπα– παρά οι ρήξεις.

Η ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας
Αφίσα της Ν.Δ. για τις εκλογές του 1974.

Η ιδεολογική διακήρυξη του νέου κόμματος

Η δημιουργία του νέου κόμματος έγινε μεν με χρονική πίεση, αλλά και έπειτα από σοβαρή προεργασία για τις ιδεολογικές αρχές που θα εξακτίνωνε. Οπως ακριβώς είχε συμβεί και κατά την ίδρυση της ΕΡΕ το 1956, ο κύριος σύμβουλος του Καραμανλή σε αυτή τη διαδικασία ήταν ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο ιδεολογικός του μέντορας. Στο αρχείο του Τσάτσου, εντοπίζεται σειρά σημειωμάτων για την ιδεολογική διακήρυξη του νέου κόμματος, τα οποία διαμόρφωσε στην τελική τους εκδοχή ο ίδιος ο Καραμανλής.

Οπως κατά κανόνα κάνουν οι μεταρρυθμιστές, ο Καραμανλής ξεκίνησε την ανακοίνωσή του στις 29 Σεπτεμβρίου 1974, στηλιτεύοντας την κακή κατάσταση που ήθελε να αλλάξει. Σημείωσε ότι η δημοκρατία στην Ελλάδα είχε λειτουργήσει «ατελώς», καθώς «[α]λλεπάλληλα υπήρξαν τα κινήματα, οι επαναστάσεις, οι δικτατορίες, οι μεταπολιτεύσεις, οι εμφύλιοι πόλεμοι. Αντιθέτως, ολίγες και βραχείες υπήρξαν οι περίοδοι της δημοκρατικής διακυβερνήσεως της χώρας – φωτεινά παραδείγματα στην ταραγμένη ιστορία της συγχρόνου Ελλάδος». Επρεπε επομένως να υπάρξουν οι βασικές προϋποθέσεις για την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος, δηλαδή «το ήπιο πολιτικό κλίμα, τα ήμερα πολιτικά ήδη και θεσμοί που να προσαρμόζονται στις ιδιαίτερες συνθήκες του τόπου μας». Η χώρα θα χρειαζόταν, ακόμη, «ισχυρούς πολιτικούς σχηματισμούς, ικανούς να προστατεύσουν τη δημοκρατία όχι μόνον από τον κομμουνισμό και τον φασισμό, αλλά και από τα αίτια που προεκάλεσαν στο παρελθόν την πτώση της», δηλαδή από τον λαϊκισμό και την πολιτική ρηχότητα που είχαν υποσκάψει τη δημοκρατία το 1963-67.

Η ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας
29.9.1974. Η διακήρυξη του Κων. Καραμανλή με το πρόγραμμα και τους στόχους του νέου κόμματος στο πρωτοσέλιδο της «Κ».

Για τούτο, τόνισε ο Καραμανλής, το νέο κόμμα «συγκροτείται από έμπειρες και υγιείς, αλλά και από νέες προοδευτικές και ριζοσπαστικές δυνάμεις»· χρησιμοποίησε δηλαδή για μία ακόμη φορά τον επίμαχο όρο του ριζοσπαστισμού που υπήρχε και στον τίτλο της ΕΡΕ. Η βασική στοχοθεσία αφορούσε πλέον τη «συγκρότηση μιας αληθινής και συγχρόνου δημοκρατίας», «μέσα στην Ευρώπη όπου [η χώρα] ανήκει», με την «προσαρμογή του πολιτεύματος προς τις συνθήκες της ελληνικής πραγματικότητος» και την υπέρβαση των διενέξεων και των διχασμών του παρελθόντος. Σε κεντρική θέση βρισκόταν η θεμελιώδης τοποθέτηση που έχει εύστοχα χαρακτηριστεί «φιλελεύθερος εκλεκτικισμός» (Πάνος Καζάκος): «η ελευθέρα οικονομία στην οποία [η Ν.Δ.] πιστεύει, δεν ημπορεί να αποκλείση την διεύρυνση του οικονομικού τομέως τον οποίο ελέγχει το Κράτος. Η ιδιωτική πρωτοβουλία δεν είναι δυνατόν να βρη την δικαίωσή της χωρίς παράλληλη συμμετοχή των ευρύτερων λαϊκών τάξεων στην κατανομή του εθνικού προϊόντος. Κάθε πολίτης της χώρας αυτής πρέπει να γίνη εργάτης μαζί και νομεύς της οικονομικής ευημερίας· και να αισθάνεται ότι είναι ήσυχος για το μέλλον του και για το μέλλον των παιδιών του».

Είναι επομένως σαφές ότι το νέο κόμμα θα εξέφραζε τις θέσεις του ελληνικού αστικού ριζοσπαστισμού, τον οποίο είχε εκφράσει το επιτελείο Καραμανλή από το 1955-56: απόρριψη των παλαιών διχασμών, δημιουργία των αναγκαίων θεσμικών προϋποθέσεων, παρεμβατικό κράτος μαζί με την ελεύθερη οικονομία, κοινωνικές αναφορές, Ευρώπη. Οι βασικές αυτές διακηρύξεις επαναλήφθηκαν από τον Καραμανλή και κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, αλλά και στις βασικές τοποθετήσεις του στη Βουλή. Αξίζει να αναφερθεί εδώ η τηλεοπτική ομιλία του στις 8 Νοεμβρίου 1974, «προς τους νέους» (έναν χώρο που η ελληνική Δεξιά έχανε σταθερά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970): στόχος θα ήταν η δημιουργία μιας Ελλάδας «χωρίς συμπλέγματα κατωτερότητας, χωρίς σύνδρομα υπαναπτύξεως, χωρίς αγωνίες για το μέλλον […] ικανής να διαδραματίση στον διεθνή χώρο ρόλον υπέρτερον από την αριθμητική της δύναμη […] το όραμα αυτό ημπορεί ν’ αποτελέση την σύγχρονη Μεγάλη Ιδέα του Ελληνισμού – ιδέαν που θα διεγείρη και θα συνεχίσει τις πνευματικές αρετές του έθνους».

Η ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας
Η προεκλογική συγκέντρωση της Νέας Δημοκρατίας στο Σύνταγμα. Η Ν.Δ. θριάμβευσε με ποσοστό 54,3% και 220 έδρες.

Παλαιά και νέα πρόσωπα στο ηγετικό επιτελείο

Η σύγχρονη έρευνα έχει επισημάνει ότι, αν και η εσωκομματική θέση του Καραμανλή ήταν οπωσδήποτε δεσπόζουσα, κομβικό ρόλο έπαιζε επίσης η ηγετική ομάδα που τον περιέβαλλε. Ο γράφων έχει μάλιστα υποστηρίξει ότι το φαινόμενο που περιγράφουμε με το όνομα του Καραμανλή παραπέμπει σε μία ομάδα ανθρώπων, παρά σε ένα μόνον άτομο. Πράγματι, το ηγετικό επιτελείο της Ν.Δ. αποτέλεσε μια νέα μορφή της παλαιάς ηγετικής ομάδας της ΕΡΕ: Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, Γεώργιος Ράλλης, Παναγής Παπαληγούρας, Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου. Από την ομάδα αυτή λείπει πλέον ο ίδιος ο Κανελλόπουλος, ο οποίος εκλεγόταν ως βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας έως και τις εκλογές του 1981, αλλά ανέλαβε έναν άλλον, σαφώς υπερκομματικό ρόλο.

Αλλά από το 1956 είχαν ήδη περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια. Και μετά το 1974 το επιτελείο αυτό εμπλουτίστηκε με νεότερα πρόσωπα, τα οποία αποδέχονταν τη συγκεκριμένη στοχοθεσία: Παναγιώτης Λαμπρίας, Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος, Μιλτιάδης Εβερτ, Ιωάννης Μπούτος, Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Σπύρος Δοξιάδης, ο οικονομικός σύμβουλος του πρωθυπουργού καθηγητής Γεώργιος Δράκος, και ο τεχνικός σύμβουλος, Λουκάς Κυριακόπουλος. Στον κατάλογο αυτόν σημαντική θέση κατέχει και ένα ακόμη πρόσωπο, που δεν προερχόταν από τον χώρο της πολιτικής, αλλά αναδείχθηκε σε έναν από τους στενότερους συνεργάτες του Καραμανλή (ακόμη και μετά το 1980), ο Πέτρος Μολυβιάτης. Τέλος, εμφανίζονται –αν και όχι με τη στενή έννοια του κομματικού στελέχους– πολλά ακόμη νέα πρόσωπα, που είχαν ήδη διακριθεί στον επιστημονικό χώρο αλλά και στην προβολή της μεταρρύθμισης: Νικόλαος Λούρος, Δημήτριος Νιάνιας, Δημήτριος Ευρυγένης, Κωνσταντίνος Τρυπάνης και φυσικά ο Δημήτρης Μπίτσιος ως υφυπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας και ως υπουργός Εξωτερικών το 1974-77. Κομβικός, πάντοτε, ο ρόλος του Ξενοφώντα Ζολώτα στην Τράπεζα της Ελλάδος – όχι σε κομματικούς ρόλους.

Η ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο πρώτο συνέδριο της Ν.Δ. τον Μάιο του 1979 στη Χαλκιδική.

Παρά το τεράστιο κύρος του Καραμανλή και τη σαρωτική της νίκη στις εκλογές, το 1974 η Νέα Δημοκρατία εν πολλοίς βρισκόταν, στο ιδεολογικό πεδίο, σε αμυντική θέση, καθώς η χούντα είχε προκαλέσει μείζονες αλλαγές κλίματος που επιβάρυναν τη θέση ενός κεντροδεξιού κόμματος· στην πραγματικότητα, η χούντα είχε επιφέρει ένα μεγάλο πλήγμα στο σύνολο του φιλελεύθερου, φιλοδυτικού αστικού κόσμου. Γι’ αυτό, στα χρόνια μετά το ’74, το επιτελείο του Καραμανλή, μακράν του να διαχειριστεί μία ιδεολογική και πολιτική κυριαρχία, επιδόθηκε σε έναν αγώνα δρόμου: να γίνουν όσο το δυνατόν περισσότερα – δημοκρατία, προσαρμογή, Ευρώπη– όσο υπήρχε ανοικτό το παράθυρο της ευκαιρίας.

Ωστόσο, η πρωτοβουλία του Καραμανλή να ιδρύσει το νέο κόμμα το 1974 υπήρξε καίρια για την εξέλιξη του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Ο ίδιος και το επιτελείο του προσέφεραν έτσι ένα νέο σημείο αναφοράς: ένα πολιτικό σχηματισμό στέρεα βασισμένο σε στιβαρές ιδεολογικές αρχές, ικανό να αντισταθεί ορατά στον λαϊκισμό, ξεκάθαρα και αδιαπραγμάτευτα προσανατολισμένο στην Ευρώπη. Τούτα, μαζί με την επιτυχία της Μεταπολίτευσης και την ένταξη στην Ευρώπη, ενίσχυσαν τον ιδεολογικό και πολιτικό κορμό της ελληνικής Κεντροδεξιάς, κάτι που της επέτρεψε, ακόμη και κατά την πρόσφατη κρίση, αν και πληγωμένη, να επιβιώσει ως η κύρια δύναμη του ελληνικού φιλοευρωπαϊκού κόσμου.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Κυριακή Κανονίδου

Είμαι η Κυριακή Κανονίδου, δημοσιογράφος και συντάκτρια στο ενημερωτικό site news1.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *